Το φάντασμα του Έλληνα εφοπλιστή (Μέρος Γ)…

Το φάντασμα του Έλληνα εφοπλιστή (Μέρος Γ)...
5
(1)

Το 1931, οι ελληνικές εφημερίδες έγραφαν ασταμάτητα για το φάντασμα του εφοπλιστή Δ. Παν…, ο οποίος, σύμφωνα με ένα σωρό μαρτυρίες, είχε βρυκολακιάσει μετά τον θάνατό του.

Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς, λοιπόν, η φρικιαστική ιστορία των εμφανίσεων του βρυκόλακα είχε εξαπλωθεί σαν βαριά δυσοσμία σε όλη τη συνοικία, στην οποία έμενε η οικογένεια του καπετάν Μιχάλη του Καλύμνιου, ο οποίος ήταν για χρόνια στη δούλεψη του εφοπλιστή.

Η οικογένεια του καπετάνιου αποτελούνταν από τον ίδιο, τη γυναίκα του και την κόρη του. Η γυναίκα του, η Διαμαντούλα, μετά τον θάνατο του εφοπλιστή, είχε εξαφανιστεί για καιρό από το σπίτι της.

Όταν επέστρεψε, η γειτονιά πληροφορήθηκε ότι κρατούσε συντροφιά στη χήρα και στους οικείους του μακαρίτη, οι οποίοι ήταν κατατρομαγμένοι, διαλυμένοι και καταρρακωμένοι, από κάποια ανατριχιαστικά και μυστηριώδη φαινόμενα, που είχαν ενσπείρει αποτροπιασμό και φρικίαση στην οικογένεια του αποθανόντος εφοπλιστή, αλλά και σε ολόκληρο το υπηρετικό προσωπικό του μεγάρου του.

Η Διαμαντούλα, όταν επέστρεψε πίσω στο σπιτικό της, φαινόταν αλλαγμένη. Ήταν διαρκώς ανήσυχη και φοβισμένη. Το βλέμμα της θολό, η κρίση της σκιώδης και το κορμί της σειόταν από ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο. Τα λόγια της λιγοστά και τα παλιά της χαμόγελα εξαφανισμένα.

Οι γείτονες την έβλεπαν να καταγίνεται συνεχώς με κάτι περίεργους εξορκισμούς, σαν να πάσχιζε να απομακρύνει διακαώς από το σπίτι της αόρατους εχθρούς, άρατα δαιμόνια και φοβερά φαντάσματα που την κατέτρεχαν και την κυνηγούσαν ολημερίς και ολονυχτίς.

Στην αρχή, είχε αποφασίσει να μην πει σε κανέναν τίποτε. Και πράγματι, οι μέρες περνούσαν και εκείνη πνιγόταν στη σιωπή. Μα, κάποτε τα εξομολογήθηκε όλα, ίσως από ανάγκη να ανακουφιστεί και να ελαφρώσει την ψυχή της από το βάρος του ασήκωτου εκείνου μυστικού, που ήταν ζοφερό και ακατανόητο συνάμα.

Σε εκείνες τις παλιές γειτονιές της Αθήνας, η μυστικότητα, η ιδιωτικότητα και η εχεμύθεια ήταν λέξεις άγνωστες. Ό,τι μάθαινε κανείς, το ταξίδευε ταχιά από αυλή σε αυλή, από περβάζι σε περβάζι, από σοκάκι σε σοκάκι. Το ανασήκωνε ο αγέρας και το κλωθογύριζε από στόμα σε στόμα, από έκπληξη σε έκπληξη και από τρόμο σε τρόμο. Σε λίγο, το βαρύ μυστικό είχε κοινολογηθεί σε όλη τη συνοικία. Είχε εκραγεί πάνω από τα σπίτια τα ταπεινά και είχε σκορπίσει τις μαύρες στάχτες του ολοτρόγυρα.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε, όπως ήταν επόμενο, την οργή της οικογένειας του εφοπλιστή, η οποία προσπάθησε πάση θυσία να παραμείνει το πράγμα κρυφό. Μάλιστα, η κυρία Παν…, θεωρώντας τη σύζυγό του καπετάν Μιχάλη ως την υπεύθυνη για τη διάδοση του μυστικού, διέκοψε κάθε σχέση μαζί της και της απαγόρευσε να ξαναπατήσει στο μέγαρό της.

Κατόπιν τούτου, η Διαμαντούλα έγινε περισσότερο επιφυλακτική και ελπίζοντας με τη σιωπή της να εξευμενίσει την οικογένεια του προστάτη της, αρνήθηκε να επιβεβαιώσει, αλλά και να διαψεύσει, όλα όσα είχε διηγηθεί στα φιλικά της πρόσωπα.

Τι είχε αφηγηθεί, λοιπόν, η Διαμαντούλα; Τι είχε δει στο σπίτι του εφοπλιστή, για τον οποίο δούλευε τόσα χρόνια ο καπετάνιος σύζυγός της;

Ιδού τι πληροφορήθηκαν σχετικώς, μετά από επίμονη έρευνα, που πραγματοποίησαν οι δημοσιογράφοι μεταξύ των κατοίκων της συνοικίας.

Δεν είχαν περάσει παρά μόνο δυο-τρεις μέρες από τον αιφνίδιο θάνατο του εφοπλιστή. Η Διαμαντούλα έμενε ακόμη στο μέγαρό του, κρατώντας συντροφιά στη θλιμμένη χήρα του.

Ένα βράδυ, ωστόσο, όταν πήγε στο δωμάτιό της και άρχισε να ξεντύνεται για να κοιμηθεί, άκουσε απ’ έξω, ψηλά στον αέρα, κάτι που έμοιαζε σαν δυνατά χτυπήματα φτερών. Πλησίασε παραξενεμένη στο παράθυρο, ύψωσε τα μάτια της προς τα πάνω, αλλά δεν κατόρθωσε να διακρίνει το παραμικρό.

Σε λίγο, όμως, ένας κοφτός θόρυβος που ακούστηκε, την έκανε να προσέξει προς τον κήπο. Διέκρινε τότε κάτι που την έκανε να πεταχτεί κεραυνοβολημένη. Ήταν άραγε άνθρωπος εκείνο που περπατούσε με τα τέσσερα, όπως τα ζώα; Το σκοτάδι ήταν πηχτό και δεν έβλεπε καλά. Το αλλόκοτο τέρας, όπως της φάνηκε, σύρθηκε προς το σπίτι και πήδησε μέσα από ένα παράθυρο που είχε απομείνει μισάνοιχτο, αφήνοντας έναν πένθιμο γρυλισμό.

Η Διαμαντούλα ένιωσε ένα αστραπιαίο σύγκρυο να την διαπερνά ως το μεδούλι. “Χριστέ και Παναγιά!” συλλογίστηκε. Τι ήταν εκείνο που είδε; Ήταν αλήθεια ή μήπως ήταν της φαντασίας της; Ήταν στα συγκαλά της ή σάμπως είχε τρελαθεί;

Όταν συνήλθε κάπως από την ταραχή της, έκανε τον σταυρό της και το πήρε απόφαση να πέσει για ύπνο. Ξαφνικά, όμως, της ήρθε μια άλλη ιδέα. Μήπως εκείνος που μπήκε στο μέγαρο ήταν κάποιος κλέφτης; Θα έπρεπε οπωσδήποτε να ειδοποιήσει τους υπηρέτες.

Αμέσως ανέκτησε το θάρρος της και κίνησε για να ανοίξει την πόρτα. Αλλά δεν είχε προλάβει να δρασκελίσει μόλις δυο βήματα και ενώ βρισκόταν ακόμα στη μέση της κάμαρας, η πόρτα που πήγαινε να ανοίξει, άνοιξε τελικά από μόνη της!

Στη μισάνοιχτη πόρτα στεκόταν ολόρθος και την κοίταζε ο πεθαμένος εφοπλιστής.

-Μη φοβάσαι! Δεν ήρθα να σου κάνω κακό, της είπε.

Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της, που τα είχε σφαλίσει προηγουμένως για να μη βλέπει την αποκρουστική οπτασία και τον μισοκοίταξε φοβισμένη. Πόσο είχε αλλάξει…

Το πρόσωπό του δεν είχε τη γλυκύτητα που είχε άλλοτε. Η όψη του δεν ήταν πλέον συμπαθής, όπως τη γνώριζε. Δεν έλαμπε στα μάτια του η καλοσύνη. Διατηρούσε ακόμη τα αβρά του χαρακτηριστικά, αλλά είχε κάτι το σατανικό, μια έκφραση σκληρότητας και κακίας. Τότε, της ξαναμίλησε:

-Μη φοβάσαι! Ήρθα σε σένα, για να μην τρομάξω τους δικούς μου. Πρέπει να με σώσεις. Άκουσε καλά τι θα σου πω…

Καθώς της απευθυνόταν, τα δόντια του έτριζαν, όπως του σκυλού πριν γρυλίσει. Η Διαμαντούλα αισθάνθηκε τις αντοχές της να την εγκαταλείπουν. Οπισθοχώρησε λίγο και με κόπο κατόρθωσε να κρατηθεί από τα σίδερα του κρεβατιού, γιατί ένιωθε να σβήνει, πως θα σωριαζόταν κατάχαμα ξερή.

Τότε, ο βρυκόλακας μαλάκωσε λιγάκι τη φωνή του, που πρωτύτερα σφύριζε σαν του φαρμακερού φιδιού. Έγειρε προς τη μεριά της και της είπε:

-Πες στους δικούς μου να κάνουν ό,τι μπορούν για τη σωτηρία της ψυχής μου! Ακούς;

Η γυναίκα του καπετάνιου δε βάσταξε άλλο το θέαμα. Έβγαλε μια τρομερή κραυγή και έπεσε στο πάτωμα.

Όταν τελικά συνήλθε, βρισκόταν στο κρεβάτι της. Οι υπηρέτες, που είχαν εν τω μεταξύ ακούσει τα ουρλιαχτά της, έτρεξαν να τη σηκώσουν. Τη ρώτησαν τι της είχε συμβεί, μα εκείνη δεν ξεστόμισε κουβέντα. Τι να έλεγε δηλαδή; Ποιος θα την πίστευε τη δόλια;

Το άλλο πρωί, αποχαιρέτησε βιαστικά την οικοδέσποινα και με κάποια πρόχειρη πρόφαση, εγκατέλειψε το μέγαρο του βρυκολακιασμένου εφοπλιστή και έτρεξε γρήγορα στο σπιτικό της.

Συνεχίζεται…

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Η ΒΡΑΔΥΝΗ”, στις 05/10/1931…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η ΒΡΑΔΥΝΗ", στις 05/10/1931
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Η ΒΡΑΔΥΝΗ”, στις 05/10/1931

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία 5 / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων: 1

Καμία αξιολόγηση ως τώρα...

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments