Το φάντασμα του Έλληνα εφοπλιστή (Μέρος Δ)…

Το φάντασμα του Έλληνα εφοπλιστή (Μέρος Δ)...
5
(1)

Εκείνο το μακρινό φθινόπωρο του 1931, οι άνθρωποι καθημερινά ανυπομονούσαν να ξημερώσει η επόμενη μέρα, για να διαβάσουν στις εφημερίδες τα νέα για το φάντασμα του εφοπλιστή Δ. Παν…, που είχε κατατρομάξει το πανελλήνιο.

Στην τέταρτη αυτή συνέχεια της τόσο πολύκροτης ιστορίας, θα ακούσουμε πράγματα θαυμαστά.

Δύο μέρες αργότερα, λοιπόν, η χήρα του εφοπλιστή έστειλε και φώναξε να έρθει πίσω στο μέγαρο η Διαμαντούλα, η σύζυγος του καπετάν Μιχάλη, που ήταν για χρόνια στη δούλεψη του Δ. Παν…

Στο μέγαρο, τις ημέρες που μεσολάβησαν, είχαν συμβεί πολλά και παράδοξα. Μυστηριώδεις κρότοι, μετακινήσεις επίπλων, αιωρήσεις αντικειμένων και ένα σωρό άλλα ανήκουστα φαινόμενα κατακερμάτιζαν την πρότερη ηρεμία της αρχοντικής έπαυλης.

Η χήρα παρακάλεσε τη Διαμαντούλα επιμόνως να παραμείνει για λίγο καιρό ακόμα στο σπίτι της, για να τη συντροφεύει και να της απαλύνει τον πόνο για τον χαμό του συζύγου της. Οι υπηρέτες της ήταν όλοι τρομοκρατημένοι και η ίδια αδυνατούσε να συγκρατήσει την ταραχή της. Είχε, συνεπώς, απόλυτη ανάγκη από τη συντροφιά της.

Τελικά, η γυναίκα του καπετάν Μιχάλη, παρά το σοκ που είχε υποστεί στο μέγαρο εκείνο το πνιγηρό, το στοιχειωμένο, αναλογίστηκε πως δεν μπορούσε να αρνηθεί στη χήρα. Ήταν τόσο υποχρεωμένη στην οικογένεια του εφοπλιστή και προ πάντων στην κυρία, που η καλοσύνη της ήταν ανεξάντλητη απέναντί της. Πώς θα μπορούσε να την αφήσει μονάχη της σε μια τέτοια δυστυχία, σε μια τέτοια συμφορά;

Ήθελε, δεν ήθελε, αναγκάστηκε να επιστρέψει στο μέγαρο του προστάτη της. Το βράδυ, όμως, ο τρόμος και η αγωνία της ήταν απερίγραπτη. Έπαιζε νευρικά τα δάχτυλά της. Τα έμπλεκε, τα ξαναέμπλεκε, τα τραβούσε, τα τέντωνε, τα λύγιζε. Ήταν απολύτως σίγουρη πως το φάντασμα του μακαρίτη θα ερχόταν και πάλι να τη δει. Και η Διαμαντούλα δεν άντεχε ούτε στην ιδέα. Σε κάθε δυσοίωνη σκέψη της, έκανε ασυναίσθητα τον σταυρό της και προσευχόταν βουβά στην Παναγιά να της συμπαρασταθεί.

Πράγματι, δεν πέρασε πολλή ώρα και ο βρυκολακιασμένος εφοπλιστής ξάφνου άνοιξε διάπλατα την πόρτα στην κάμαρά της. Στο πρόσωπό του αυτή τη φορά, η έκφραση ήταν άγρια, αλύπητη, στυγνή. Ένας μορφασμός θλίψης, όμως, σύσπασε την ειδεχθή μορφή του. Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει και ένας βόρβορος ξεχύθηκε στον χώρο:

-Γιατί δεν έκανες ό,τι σου γύρεψα; Θέλεις να βασανίζομαι; Λησμόνησες όλες μου τις καλοσύνες;

-Θα το κάνω! Θα τα πω όλα αύριο το πρωί, δίχως άλλο! Φύγε τώρα, σε εξορκίζω…, του απάντησε με σβηστή φωνή η Διαμαντούλα και ίσα που πρόλαβε να σύρει το χέρι της, για να κάνει τον σταυρό της.

Ο βρυκόλακας βγήκε στον μακρύ διάδρομο της έπαυλης. Μια αλλόκοτη δύναμη την έλκυσε να πλησιάσει την πόρτα και να κρυφοκοιτάξει από το άνοιγμα, για να δει πού θα πήγαινε ο πεθαμένος.

Εκείνο που αντίκρισαν τα μάτια της, δεν το αντέχει άνθρωπος!

Είδε τον βρυκολακιασμένο να δίνει ένα σάλτο από το ανοιχτό παράθυρο–βαστούσε ακόμα καλοκαιρινός ο καιρός–και να γαντζώνεται από τον παραστάτη. Αγκιστρωμένος από τις προεξοχές του, πηδώντας εδώ κι εκεί, με ευκολία αφύσικη, υπερφυσική, κατέβαινε τον τοίχο στα τέσσερα, με το κεφάλι προς τα κάτω, γραπωμένος όπως οι σαύρες ή οι κατσαρίδες στις κάθετες επιφάνειες.

Η δύστυχη γυναίκα πού να κλείσει μάτι… Αφέθηκε ξέπνοη στο κρεβάτι της και τη συγκλόνιζαν ισχυροί σπασμοί. Το άλλο πρωί, φώναξε ιδιαιτέρως την κυρία και της τα εξομολογήθηκε όλα, με κάθε απαίσια λεπτομέρεια. Από τότε, άρχισαν οι συνεχείς δεήσεις και τα ευχέλαια στον τάφο του μακαρίτη, που αποτέλεσαν την αφορμή να διαρρεύσει το μυστικό τους.

Αλλά, ας πούμε εν τω μεταξύ δυο λόγια για τους βρυκόλακες, πώς τους φαντάζεται ο λαός, πώς τους περιγράφουν οι θρύλοι και οι παραδόσεις, μα και οι αρίφνητες προσωπικές ιστορίες ανθρώπων παγκοσμίως, σε όλες τις εποχές.

Ο βρυκόλακας, λοιπόν, κατά γενική και ομόφωνη εκδοχή όλων των θρύλων, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα πνεύματα και τα φαινόμενα του Πνευματισμού, που τόσο ζωηρά είχαν απασχολήσει εκείνες τις δεκαετίες την Επιστήμη.

Κατά την εκδοχή αυτή, δε βρυκολακιάζουν παρά μόνο οι πεθαμένοι, που το σώμα τους παρέμεινε άλιωτο. Όταν ανοιχθεί την ημέρα ο τάφος, το σώμα τους θα βρεθεί μέσα στο φέρετρο άθικτο και ανέπαφο, σαν να ήταν ζωντανοί. Η σήψη δεν τους έχει θίξει. Τίποτε δεν έχει αλλοιώσει την όψη τους. Μοιάζουν σαν κέρινο ολόσωμο άγαλμα, που είναι έτοιμο να ανασηκωθεί, να ξαναζωντανέψει και να αναλάβει την τεράστια δύναμη του βρυκόλακα.

Αυτό δεν γίνεται παρά μονάχα τη νύχτα. Όταν ο τάφος του βρυκόλακα ανοιχθεί μετά τη δύση του ήλιου, το φέρετρό του θα φανεί αδειανό. Το πτώμα του θα έχει εξαφανιστεί, για να επιστρέψει και πάλι στη θέση του μόλις σκάσει το λαμπρό της χαμόγελο η ανατολή. Με τη βασιλεία του ήλιου στο στερέωμα, η βασιλεία του βρυκόλακα καταλύεται. Το στοιχείο μέσα στο οποίο ζει είναι το έρεβος της νύχτας.

Ο βρυκόλακας, συνεπώς, εμφανίζεται χειροπιαστός, ολοζώντανος, με σάρκα και οστά. Το σώμα του, όμως, δε ρίχνει σκιά πάνω στη γη. Δεν αντιφεγγίζεται σε καθρέφτες. Το βάδισμά του είναι βουβό και άηχο.

Κατά τη γενική πεποίθηση, ο βρυκόλακας είναι απέθαντος, δηλαδή δε φθείρεται με την πάροδο του χρόνου. Συνήθως οι εμφανίσεις του διαρκούν για σαράντα ημέρες. Αλλά μπορεί να ζει και αιωνίως, όταν θρέφεται με αίμα ανθρώπινο. Έτσι, περιφέρεται τις νύχτες σε αναζήτηση θυμάτων, με το αίμα των οποίων παρατείνει τη μιαρή του ύπαρξη.

Σε πολλούς λαϊκούς θρύλους γίνεται λόγος για νεαρές γυναίκες, που βρίσκονταν νεκρές, αδειανές από αίμα, με δυο μικρά σημαδάκια στον λαιμό τους, σαν μικρούτσικες πληγές καρφίτσας.

Πιστευόταν ευρέως πως ο βρυκόλακας έχει τη δύναμη πολλών ανθρώπων μαζί, μεταβάλλεται συχνά σε αέρα, προκαλεί ομίχλη, παρασύρει τα άγρια θηρία και τα χρησιμοποιεί ως συμμάχους του, μπορεί να περάσει μέσα από το νερό την ώρα της παλίρροιας, είναι ισχυρός, πονηρός και επικίνδυνος.

Ο βρυκόλακας μπορεί να εισέρχεται μέσα σ’ έναν κλειστό χώρο χρησιμοποιώντας το σεληνόφως, εν είδει περιστρεφόμενης σκόνης κι έτσι, μπορεί να περνά μέσα από χαραμάδες, να μεταμορφώνεται σε νυχτερίδα, να διαπερνά τη φωτιά και να βλέπει ολοκάθαρα μέσα στο κατασκόταδο.

Υπάρχουν, όμως, πράγματα, τα οποία τον απομακρύνουν, όπως ο απήγανος και η άγρια ροδοδάφνη, αλλά και ο σταυρός και κάθε τι άλλο που προέρχεται από τον ιερό χώρο μιας εκκλησίας. Για να πάψει ένας βρυκόλακας να υφίσταται, πρέπει να αποκοπεί η κεφαλή από το σώμα του και να καρφωθεί μια σφήνα στην καρδιά του.

Ας επιστρέψουμε, τώρα, στην αφήγησή μας σχετικά με τον βρυκολακιασμένο εφοπλιστή.

Συνεχίζεται…

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Η ΒΡΑΔΥΝΗ”, στις 06/10/1931…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η ΒΡΑΔΥΝΗ", στις 06/10/1931
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Η ΒΡΑΔΥΝΗ”, στις 06/10/1931

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία 5 / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων: 1

Καμία αξιολόγηση ως τώρα...

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments