Το φάντασμα του Έλληνα εφοπλιστή (Μέρος Ζ)…

Το φάντασμα του Έλληνα εφοπλιστή (Μέρος Ζ)...
5
(1)

Το σκοτάδι σύρθηκε με την κοιλιά, σαν αιμοδιψές ερπετό, μέσα στις κάμαρες του στοιχειωμένου μεγάρου, έτοιμο να το καταπιεί αύτανδρο.

Το υπηρετικό προσωπικό έτρεχε εδώ κι εκεί να ανάψει όλα τα φώτα, να μη μείνει σπιθαμή αφώτιστη, παραδομένη στον μαύρο ζόφο.

Και μόλις άναψε και η τελευταία λάμπα, στεντόρεια γρονθοκοπήματα τράνταξαν τους τοίχους, λες και κάποιος νεκροζώντανος είχε εντοιχιστεί και πάλευε για τη λευτεριά του.

Κάποιος, κάτι, βάδιζε στους άδειους διαδρόμους, βαριά, βεβιασμένα, δίχως αναπαμό…

Μια από τις υπηρέτριες, καθώς άνοιξε την πόρτα σε μια από τις κρεβατοκάμαρες, όπου την είχε στείλει η κυρία της για να της φέρει κάτι, παρατήρησε έντρομη ότι η πόρτα, που εν τούτοις είχε μισανοίξει, δεν οπισθοχωρούσε περισσότερο, σαν να τη βαστούσε και να την έσπρωχνε από πίσω κάποιο χέρι ανθρώπινο, γερό.

Συγχρόνως, άκουσε καθαρά να γκρεμίζεται κάτω στο πάτωμα με άγριο πάταγο ένα μικρό τραπεζάκι που ήταν μέσα στο δωμάτιο, τοποθετημένο πίσω ακριβώς από την πόρτα. Αλλόφρων από τον φόβο της, σαλεμένη, έβαλε μια τρεχάλα για να ειδοποιήσει τους άλλους υπηρέτες και την κυρία της.

Μόλις παρήλθε η πρώτη αναμπουμπούλα, μπήκαν όλοι μαζί μέσα στο δωμάτιο, σαν αξιοθρήνητο τρεμάμενο μπουλούκι, δειλά και αθάρρετα. Έψαξαν παντού, αλλά δε βρήκαν τίποτε το περίεργο.

Το δωμάτιο, όμως, ήταν ήδη άνω κάτω. Αναποδογυρισμένα έπιπλα και πεταμένα σκόρπια ένα σωρό διακοσμητικά αντικείμενα, μερικά από τα οποία βρέθηκαν σπασμένα, όπως βαρύτιμα ανθοδοχεία και κομψά γυάλινα αγαλματίδια.

Κατόπιν, άκουσαν να σπάζει με έναν κρότο εκκωφαντικό ένα τζάμι από το μεγάλο παράθυρο του διαδρόμου και μια καμαριέρα που βρισκόταν εκεί έσκουξε τόσο γοερά, που τους έκοψε την ανάσα. Αναπήδησαν και στοιβάχτηκαν ο ένας πλάι στον άλλον για παρηγοριά.

Την αναζήτησαν αργότερα για να μάθουν τι είχε συμβεί, γιατί, εν τω μεταξύ, η προσοχή τους είχε στραφεί στις απελπισμένες κραυγές μιας άλλης καμαριέρας, που μάταια προσπαθούσε να ανοίξει την πόρτα της κρεβατοκάμαρας.

Έψαξαν παντού να τη βρουν, αλλά δεν κατόρθωσαν να την ανακαλύψουν πουθενά. Η γυναίκα είχε εξαφανιστεί. Πήγαν να κοιτάξουν στην κάμαρά της. Τα ρούχα της έλειπαν. Ήταν φανερό ότι είχε φύγει όπως-όπως από την έπαυλη του βρυκολακιασμένου εφοπλιστή.

Τι είχε δει άραγε η δυστυχής και την οδήγησε να πάρει μια τέτοια απόφαση, που πρόδιδε απόγνωση; Ήταν η φρίκη που την έκανε να παρατήσει η φτωχή υπηρέτρια τη σίγουρη δουλειά της;

Το γεγονός αυτό συνέτεινε να ξεχειλίσει πια το ποτήρι. Το υπηρετικό προσωπικό επαναστάτησε. Κανείς δεν μπορούσε να το συγκρατήσει. Η οικοδέσποινα τους παρακαλούσε με δάκρυα στα μάτια να μην την αφήσουν μοναχή της μέσα σε τούτη την ακατανόητη κόλαση. Επιτέλους, κάμφθηκαν και δέχτηκαν να παραμείνουν για το χατίρι της τραγικής χήρας.

Το φάντασμα του εφοπλιστή, όμως, είχε άλλα σχέδια κι έτσι, η νύχτα που πέρασαν ήταν γεμάτη εφιάλτες. Εφιάλτες από εκείνους που δεν ξυπνάς ποτέ εφησυχασμένος…

Όπως αφηγήθηκε αργότερα η μυστηριωδώς εξαφανισμένη καμαριέρα στις άλλες υπηρέτριες, αφορμή της αιφνίδιας φυγής της ήταν το τρομακτικό φαινόμενο που είχαν αντικρίσει τα μάτια της, καθώς περνούσε από τον μακρύ διάδρομο του αρχοντικού.

Ένας παράδοξος θόρυβος την έκανε να γυρίσει πίσω και να κοιτάξει προς το παράθυρο, από το οποίο είχε προέλθει ο δαιμονισμένος κρότος.

Είδε τότε το τζάμι του σφαλιστού παραθύρου να συντρίβεται σε χίλια κομμάτια και να προβάλλει μέσα από το άνοιγμα ο κάτωχρος ίσκιος ενός ανθρώπινου χεριού.

Το κέρινο χέρι γαντζώθηκε με τα φριχτά οστεώδη του δάχτυλα πάνω στον παραστάτη του παραθύρου και μέσα από την οπή του σπασμένου τζαμιού γλίστρησε μέσα μια οπτασία.

Στην αρχή πρόσεξε μονάχα τα δυο του μάτια, πυρακτωμένα, βλοσυρά, αυστηρά και αγριωπά συνάμα. Ύστερα, είδε καλά ολόκληρο το κεφάλι του και πήγε να σύρει μια φωνή, αλλά ήχος δε βγήκε από το στόμα της. Τα βλέφαρά της έμειναν ασάλευτα, τα μάτια της ορθάνοιχτα και απλανή, σαν να είχαν νεκρωθεί οι μύες που τα κινούσαν.

Σαν να έλκονταν τα μάτια της από κάποιον ακατανίκητο μαγνήτη, έμεινε προσηλωμένη στον απαίσιο ανθρώπινο ίσκιο, που τον έβλεπε, εκεί, μπροστά της, να συστέλλεται αφύσικα, να μικραίνει ολοένα και να μπαίνει μέσα από τη μικρή οπή του σπασμένου τζαμιού, λες και ήταν το κορμί του, όχι από σάρκα και οστά, αλλά από λάστιχο…

Θωρούσε τους πελώριους ώμους του να συγκλίνουν και να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον σαν φυσαρμόνικα… Το ευρύ στέρνο του να γίνεται τόσο δα, όσο αρκούσε για να χωρέσει στο στενό άνοιγμα… Τις τεράστιες πλάτες του να συμμαζεύονται σ’ ένα μικρούτσικο κουβάρι…

Ο ειδεχθής ανθρώπινος ίσκιος, παραμορφωμένος και λαστιχωτός, είχε ήδη εισχωρήσει στο άνοιγμα έως τη μέση περίπου, όταν η καμαριέρα ανέκτησε ξαφνικά τις δυνάμεις της, εξέβαλε μια απόκοσμη, μακρόσυρτη κραυγή και ετράπη σε φυγή.

Κατέφυγε αμέσως στο δωμάτιό της, μάζεψε άρον-άρον τα υπάρχοντά της και σέρνοντας τα πόδια της, που είχαν παραλύσει από τον τρόμο, κατέβηκε μηχανικά τις σκάλες, δίχως να ξέρει τι να κάνει, ενώ τα δάκρυα αυλάκωναν τις παρειές της…

Συνεχίζεται…

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Η ΒΡΑΔΥΝΗ”, στις 09/10/1931…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η ΒΡΑΔΥΝΗ", στις 09/10/1931
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Η ΒΡΑΔΥΝΗ”, στις 09/10/1931

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία 5 / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων: 1

Καμία αξιολόγηση ως τώρα...

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments