Το μυστήριο στο ατελιέ του σπουδαίου ζωγράφου Μπαρτολομέ Εστεμπάν Μουρίγιο…

Το μυστήριο στο ατελιέ του σπουδαίου ζωγράφου Μπαρτολομέ Εστεμπάν Μουρίγιο...

Βρισκόμαστε στα μέσα του 17ου αιώνα. Κάμποσο καιρό τώρα μερικά πολύ παράδοξα γεγονότα διαδραματίζονταν στο ατελιέ του μεγάλου Ισπανού ζωγράφου Μπαρτολομέ Εστεμπάν Μουρίγιο (Bartolome Esteban Murillo), που ήταν ο πρώτος που απέκτησε τεράστια πανευρωπαϊκή φήμη.

Οι μαθητές του έξοχου αυτού διδασκάλου, όταν επέστρεφαν στο ατελιέ, έβρισκαν συχνά είτε θαυμαστές εικόνες ζωγραφισμένες στους μουσαμάδες τους που τους είχαν αφήσει λευκούς είτε έβρισκαν ολοκληρωμένες τις μισοτελειωμένες συνθέσεις τους με αξιοθαύμαστη τέχνη.

Μπαρτολομέ Εστεμπάν Μουρίγιο (1617 - 1682)
Μπαρτολομέ Εστεμπάν Μουρίγιο (1617 – 1682)

Ο νεαρός Αφρικανός, στον οποίον είχε ανατεθεί η φύλαξη του ατελιέ, απαντούσε στερεότυπα, με κατεβασμένο το κεφάλι, στις σχετικές επίμονες ερωτήσεις τους ότι “τριγύριζε εκεί μέσα ένα Ζόμπι”, δηλαδή ένας τρομακτικός δαίμονας της πατρίδας του.

Κάποιο πρωί, ο πιο ευνοούμενος μαθητής του Μουρίγιο στάθηκε ενεός και κεχηνώς μπροστά στον οκρίβαντά του και κατόπιν, μια κραυγή ακατέργαστου κι αυθεντικού θαυμασμού ξέφυγε απ’ το στόμα του.

-Μα, τι σου συμβαίνει; ακούστηκε τότε η φωνή του Μουρίγιο, που ακριβώς εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο ατελιέ του.

-Κύριε, κοιτάξτε μόνος σας!

Και ο μαθητής έδειξε στον δάσκαλό του ένα ωραίο κεφάλι της Παρθένου μόνο προσχεδιασμένο, μα με ένα αβίαστο κυμάτισμα γραμμών, μια περικαλλή έκφραση που ξεχώριζε γεμάτη φως στο πανί, μέσα σ’ ένα σωρό άλλα σχεδιασμένα πρόσωπα που βρίσκονταν μέσα στο ατελιέ.

Ο τρανός καλλιτέχνης αναφώνησε:

-Ποιος σχεδίασε αυτό το αριστουργηματικό κεφάλι; Μα, αυτός μια μέρα θα γίνει δάσκαλος όλων μας! Σωπαίνετε; Κανένας από εσάς δεν το φιλοτέχνησε; Εμπρός, λοιπόν, να διαφωτίσουμε αυτό το μυστήριο…

Το μυστήριο στο ατελιέ συνεχιζόταν και ο καθένας είχε μια δική του ερμηνεία για τα όσα παράξενα συνέβαιναν εκεί τις νύχτες. Και τότε φώναξε ευθύς: “Σεμπαστιάν!”

Ο νεαρός μαύρος, ο σκλάβος του, παρουσιάστηκε.

-Κοιμάσαι εδώ κάθε βράδυ, έτσι δεν είναι;

-Μάλιστα, αφέντη.

-Ποιος μπήκε εδώ τη νύχτα ή νωρίς το πρωί, πριν από τους κυρίους;

-Κανείς, αφέντη, απάντησε ο Σεμπαστιάν τρέμοντας φανερά.

-Άκουσε καλά τι θα σου πω. Θέλω να μάθω ποιος ζωγράφισε αυτό το κεφάλι της Παρθένου. Απόψε θα παραμονέψεις κι αν το πρωί δεν έχεις ανακαλύψει τίποτε, σου υπόσχομαι πως θα σε μαστιγώσω είκοσι φορές. Μίλησα! Πήγαινε τώρα να φτιάξεις τα χρώματα και εσείς, κύριοι, στη δουλειά σας!

Ήταν νύχτα. Μέσα στο ατελιέ που αγρυπνούσε έντρομος, ο Σεμπαστιάν συλλογιζόταν τον πατέρα του, σκλάβος κι αυτός όπως κι ο ίδιος του Μουρίγιο κι ο οποίος, μεθυσμένος από την ευγενική επιθυμία της ελευθερίας, υπέφερε τόσο από τη σκλαβιά του.

Έλεγε μέσα του: “Αχ! Αν γίνω ποτέ μεγάλος ζωγράφος, ποια ευτυχία για μένα να σώσω τον πατέρα μου! Περιμένοντας, όμως, αυτό, τι πρέπει να πω αύριο στον αφέντη μου για να γλιτώσω από τον εξευτελισμό του μαστιγώματος;”

Κουρασμένος από τις σκέψεις του, ρίχτηκε σε μια ψάθα και δοκίμασε να κοιμηθεί. Μα του κάκου, η αγωνία τον έτρωγε.

Κατά τα ξημερώματα σηκώθηκε και πλησίασε το μισοτελειωμένο κεφάλι της Παρθένου. Φωτισμένο από το ημίφως της αυγής, το πρόπλασμα φαινόταν ακόμα πιο γλυκύ, πιο ηδύ, πιο θεσπέσιο.

Ο Μουρίγιο, ανακαλύπτοντας τον Σεμπαστιάν Γκομέζ να ολοκληρώνει κρυφά έναν πίνακα στο ατελιέ του
Ο Μουρίγιο, ανακαλύπτοντας τον Σεμπαστιάν Γκομέζ να ολοκληρώνει κρυφά έναν πίνακα στο ατελιέ του

Ο Σεμπαστιάν θέλησε να αντισταθεί στον πειρασμό να το αποπερατώσει. Μα, η έμπνευση του καλλιτέχνη τρέχει ορμητικότερα και από κατακόρυφο χείμαρρο στο χείλος του γκρεμού. Κατάμεστη χρώματα η παλέτα βρέθηκε στα χέρια του κι ο χρωστήρας του άρχισε να ίπταται πάνω από τον μουσαμά, όπως η μέλισσα πάνω από το νέκταρ του λεμονανθού.

Το καθάριο φως του ήλιου έπεσε άπλετο σε κάθε γωνιά του εργαστηρίου. Ο έφηβος σκλάβος, συνεπαρμένος από τον ίμερο της τέχνης, συνέχιζε να εργάζεται ακατάπαυστα, με θέρμη, έως τη στιγμή που στάθηκε άγαλμα από τον φόβο, όταν άκουσε θόρυβο πίσω του.

Στράφηκε απότομα και βρέθηκε απέναντι από τον Μουρίγιο, που ήταν περιστοιχισμένος από τους μαθητές του.

Η αμήχανη σιωπή έσπασε, όταν ο εξαίσιος Ισπανός ζωγράφος, με φωνή γεμάτη συγκίνηση, τον ρώτησε:

-Ποιος είναι ο δάσκαλός σου, Σεμπαστιάν; Γιατί δε φαντάζομαι δάσκαλος στη ζωγραφική σου να είναι ο δαίμονας Ζόμπι…

Ο νεαρός σκλάβος άρχισε να συνέρχεται από τον τρόμο.

-Εσείς, αφέντη, ψιθύρισε.

-Πώς, εγώ, αφού δε σου έκανα ποτέ μάθημα;

-Μα, κάνατε στους άλλους κι εγώ σας άκουγα με προσοχή…

-Και βλέπω πως πράγματι επωφελήθηκες από τη διδασκαλία μου. Μου προξενείς σήμερα την πιο μεγάλη χαρά που μπορεί να βιώσει ένας καλλιτέχνης! Νιώθω ότι έχω δημιουργήσει κάτι παραπάνω από τους πίνακές μου: δημιούργησα έναν ζωγράφο, έναν καταπληκτικό ζωγράφο! Παιδί μου, οτιδήποτε κι αν μου ζητήσεις, φτάνει να μπορώ να το κάνω, θα σου το παραχωρήσω!

Ο Σεμπαστιάν τότε έπεσε στα πόδια του.

-Αφέντη, αφέντη μου, αφού είστε τόσο καλός για τον δυστυχισμένο σκλάβο σας, ένα μονάχα ζητώ: την ελευθερία του πατέρα μου!

-Και τη δική σου ακόμα, παιδί μου. Το αίτημά σου φανερώνει ότι είσαι ένα πλάσμα με χρυσή καρδιά. Από σήμερα θα είσαι, όχι μόνο μαθητής μου, αλλά και γιος μου! φώναξε ο Μουρίγιο, μην μπορώντας να βαστήξει τα δάκρυα, τη συγκίνηση και την υπερηφάνεια του.

Ο Σεμπαστιάν Γκομέζ (Sebastian Gomez), γνωστότερος στην εποχή του ως “ο Μαύρος του Μουρίγιο”, έγινε, χάρη στον δάσκαλό του, ένας από τους σπουδαιότερους μπαρόκ ζωγράφους που τιμούν, όχι μόνο στην Ισπανία, αλλά και παγκοσμίως και ο οποίος άφησε παρακαταθήκη ανεκτίμητα έργα τέχνης, όπως Η Παναγία, Ο Ιησούς Παιδί, Η Αγία Άννα, Ο Χριστός δεμένος στον στύλο και πολλά ακόμη…

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 01/08/1926…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΜΠΟΥΚΕΤΟ", στις 01/08/1926
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 01/08/1926
0 0 ψήφοι
Αξιολόγηση άρθρου
guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments