Η πραγματική ιστορία πίσω από τη διάσημη όπερα της «Madama Butterfly»…

Η πραγματική ιστορία πίσω από τη διάσημη όπερα της "Madama Butterfly"...
Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Η ηρωίδα της πασίγνωστης και εξαιρετικά δημοφιλούς όπερας «Madama Butterfly» του Ιταλού συνθέτη Giacomo Puccini, δεν ήταν πρόσωπο φανταστικό. Αγάπησε τον Αμερικανό Αξιωματικό της, αλλά δεν αυτοκτόνησε, όπως συνέβη στο θέατρο, όταν εγκαταλείφθηκε από τον εραστή της. Συνέχισε να ζει, καταπνίγοντας τον αβάσταχτο πόνο της, όπως κάνουν συνήθως οι άνθρωποι…

Στην αρχή του κειμένου του λυρικού μελοδράματος, υπάρχει η εξής σημείωση: «Ένας λόφος κοντά στο Ναγκασάκι. Ένα ιαπωνέζικο σπίτι με κήπο και ταράτσα. Στο βάθος, μακριά, μόλις διακρίνεται η πόλη με το λιμάνι της».

Το Ναγκασάκι ήταν το ωραιότερο λιμάνι του κόσμου. Η γραφική τούτη πόλη ήταν χτισμένη πάνω σε μια σειρά από λόφους, ενώ το πολυσύχναστο λιμάνι της ξεχώριζε για την αρμονία του, ένας καταπράσινος φυσικός κόλπος περιτριγυρισμένος από κατάφυτα βουνά, χερσονήσους και μικρά νησιά.

Σ’ ένα παραδοσιακό τεϊοποτείο, λοιπόν, που κρεμόταν στην άκρη του λόφου, από τον οποίο σκιαγραφούνταν το πανόραμα της ονειρώδους πόλης και τα ιριδίζοντα νερά του κόλπου, ζούσε η ηρωίδα, η Τσο-Τσο-Σαν, μια νεαρή Ιαπωνέζα, που σέρβιρε τσάι στους πελάτες του καταστήματος.

Ναγκασάκι, φωτογραφία εποχής
Ναγκασάκι, φωτογραφία εποχής

Το τεϊοποτείο αυτό είχε, μεταξύ των τακτικών πελατών του, πολλούς ξένους, κυρίως Άγγλους και Αμερικανούς. Μια ανοιξιάτικη μέρα, ένα πολεμικό πλοίο, με σημαία του την Αστερόεσσα, άραξε στο λιμάνι του Ναγκασάκι και η όμορφη Τσο-Τσο-Σαν έτυχε να γνωρίσει έναν νεαρό Αξιωματικό, ο οποίος δε λεγόταν Pinkerton, όπως στην περίφημη όπερα του Puccini.

Απέναντι από το τεϊοποτείο, στον αντικρινό λόφο, βρισκόταν το σπίτι του Αμερικανού Πρόξενου Irvin C. Correll. Ο Πρόξενος και η γυναίκα του καλούσαν συχνά στο σπίτι τους τους Αμερικανούς Αξιωματικούς για τσάι και συντροφιά.

Κι έτσι, με τον καιρό, οι δύο αυτοί άνθρωποι πληροφορήθηκαν μια μέρα ότι ο ωραίος Υποπλοίαρχος ήταν τρελά ερωτευμένος με τη γλυκιά Τσο-Τσο-Σαν, το κορίτσι του αντικρινού τεϊοποτείου και ότι στον φλογερό του έρωτα είχε ανταποκριθεί πλήρως και η ωραία γκέισα.

Οι μήνες περνούσαν και ξαφνικά, εκείνη εξαφανίστηκε για μερικές εβδομάδες. Όταν τελικά επέστρεψε, δεν ήταν πλέον μόνη. Βαστούσε στην αγκαλιά της ένα χαριτωμένο μωρό, ένα μικρό αγγελούδι με ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια, που ήταν ολόιδιο με τον Αμερικανό Υποπλοίαρχο.

Όμως, κάποτε ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ο Αμερικανός Υποπλοίαρχος αναχώρησε για την πατρίδα του. Οι άνθρωποι της αποστολής του ομολογούσαν ότι ήταν ένας πολύ καθωσπρέπει νεαρός, αλλά συνάμα παράφορος, ιδιότροπος και ελαφρώς δειλός.

Όταν οι φίλοι του έμαθαν ότι έφυγε για την Αμερική, φοβήθηκαν για την Τσο-Τσο-Σαν και το παιδί της. Τον αγαπούσε τόσο απελπισμένα, που υπήρχε ο κίνδυνος να κάνει καμιά τρέλα. Αλλά εκείνος της είχε υποσχεθεί ότι θα επέστρεφε και πάλι στο Ναγκασάκι κι εκείνη τον είχε φυσικά πιστέψει. Μάλιστα, την είχε διαβεβαιώσει ότι μόλις το πλοίο του θα έμπαινε στο λιμάνι, θα της έκανε από μακριά κάποιο σινιάλο, για να τον αναγνωρίσει.

Η νεαρή γκέισα, αυτή η γλυκιά πεταλουδίτσα της Ιαπωνίας, που όποιος άντρας την έβλεπε, αμέσως την ερωτευόταν, περίμενε του κάκου την επιστροφή του. Ώρες ολόκληρες, νύχτα και μέρα, παρακολουθούσε από το παραθύρι της τα καράβια που έμπαιναν στο λιμάνι, χωρίς ανάσα, χωρίς καρδιοκτύπι, σχεδόν νεκρή. Όμως, ο Υποπλοίαρχος δεν κράτησε τον λόγο του. Διέγραψε τους όρκους του και τις υποσχέσεις του και λησμόνησε την όμορφη Ιαπωνέζα και τον απόγονό τους.

Σε αντίθεση με την περίφημη όπερα, η όμορφη γκέισα δεν αυτοκτόνησε. Συνέχισε τη ζωή της, με βαρύ πόνο στην ψυχή, μεγάλωσε το παιδί της και καθώς τα χρόνια βάρυναν στις πλάτες της, έγινε μια συμπαθέστατη γριούλα.

Λίγο μετά τα γεγονότα αυτά, το ζεύγος Correll έφυγε από τη χώρα των Χρυσανθέμων και γύρισε πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Στη Φιλαδέλφεια, η Jennie Correll συνάντησε τον αδερφό της, τον δικηγόρο John Luther Long, στον οποίο αφηγήθηκε τις εντυπώσεις της από τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, ανάμεσα στις οποίες αναφέρθηκε και στην τραγική ιστορία της γκέισας, που έμοιαζε με όμορφη πεταλουδίτσα.

John Luther Long (01/01/1861 - 31/10/1927)
John Luther Long (01/01/1861 – 31/10/1927)

Καταπώς φάνηκε, ο John Luther Long σαγηνεύτηκε από τα λεγόμενα της αδερφής του και η δημιουργική φαντασία του κεντρίστηκε. Έτσι, άρχισε να γράφει ασταμάτητα, έως τα ξημερώματα. Λίγες εβδομάδες αργότερα, είχε πια ολοκληρώσει την υπέροχη και συγκινητική ιστορία, που είχε γράψει με αφετηρία την απλοϊκή αφήγηση της Jennie. Το βιβλίο εκδόθηκε κι έγινε ανάρπαστο.

Όταν κυκλοφόρησε η δεύτερη έκδοση του βιβλίου με τίτλο «Madame Butterfly», ο Αμερικανός δικηγόρος έλαβε ένα γράμμα από τη Νέα Υόρκη και συγκεκριμένα από τον David Belacso, τον διάσημο δραματικό συγγραφέα, ηθοποιό, παραγωγό και θεατρώνη. Ο Belacso πληροφορούσε τον Long ότι το μυθιστόρημά του άξιζε να δραματοποιηθεί, προσφέροντας και στους δύο δόξα και χρήματα.

David Belasco (25/07/1853 - 14/05/1931)
David Belasco (25/07/1853 – 14/05/1931)

Πράγματι, το σκηνικό έργο σημείωσε τεράστια επιτυχία. Παιζόταν για μήνες στη Νέα Υόρκη και στη Φιλαδέλφεια και από εκεί έκανε τον γύρο του κόσμου. Επί σειρά ετών, η «Madama Butterfly» ήταν το βαρύ πυροβολικό των ρεπερτορίων όλων των αμερικανικών δραματικών θεάτρων.

Ο γνωστός μουσικοσυνθέτης Giacomo Puccini άκουσε να μιλούν για το έργο αυτό και πήγε να παρακολουθήσει μια παράσταση. Έγραψε αμέσως στον John Luther Long, ώστε να διασκευάσουν το έργο σε λιμπρέτο μελοδράματος. Εκείνος έδωσε την άδεια και ένα αληθινό διαμάντι της όπερας είχε πλέον γεννηθεί.

Giacomo Puccini (22/12/1858 - 29/11/1924)
Giacomo Puccini (22/12/1858 – 29/11/1924)

Αυτή ήταν η πραγματική ιστορία πίσω από τη διάσημη όπερα της «Madama Butterfly», όπου μια όμορφη Ιαπωνέζα γκέισα, ταπεινή σερβιτόρα σ’ ένα παραδοσιακό τεϊοποτείο του Ναγκασάκι, βρήκε τον έρωτα στην αγκαλιά ενός Αμερικανού Αξιωματικού και εγκαταλείφθηκε να γεράσει μοναχή της, έχοντας στο πλάι της το παιδί τους και τις αναμνήσεις της.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η ΒΡΑΔΥΝΗ», στις 15/11/1931…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η ΒΡΑΔΥΝΗ", στις 15/11/1931
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η ΒΡΑΔΥΝΗ», στις 15/11/1931

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων:

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Σχολιάστε το άρθρο

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.