Το Σπίτι του Μυστηρίου (Μέρος Α’)…

Το Σπίτι του Μυστηρίου (Μέρος Α')...
Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Σπίτι του Μυστηρίου είχαν ονομάσει οι παλιοί Αθηναίοι ένα μικρό δίπατο κτίριο, που στο ισόγειό του στέγαζε ένα ταπεινό ταβερνάκι. Ιδιοκτήτης του ήταν ο Δημήτριος  Λάμπρου, που στον επάνω όροφο έμενε με την οικογένειά του στην περιοχή Κατσιπόδι, που σήμερα πια ονομάζεται Δάφνη.
Ο Λάμπρου ζούσε μια ήσυχη ζωή με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, μέχρι τη στιγμή που η σύζυγός του πέθανε ξαφνικά και αναπάντεχα. Στενοχωρήθηκε για την απώλειά της, παρόλο που η μακαρίτισσα ήταν πάντα απότομη, νευρική και συχνά υστερική. Ιδιαιτέρως τον τελευταίο καιρό, οι σχέσεις τους είχαν κλονιστεί, γιατί διαφωνούσαν για το συνοικέσιο της κόρης τους.

Εκείνη αδιάλλακτα επέμενε να δώσει την κόρη της σ’ έναν νέο που είχε διαλέξει η ίδια, ενώ ο άντρας της αρνιόταν πεισματικά, θεωρώντας πως ο γαμπρός δεν ταίριαζε με την κόρη τους. Οι καυγάδες τους ήταν συνεχείς και εντονότατοι, ώστε ένα απόγευμα που η γυναίκα του είχε συγχυστεί πολύ, έπαθε συμφόρηση.

Ο θάνατος φυσικά της συζύγου του ήταν ατύχημα και βύθισε τον ταβερνιάρη σε μεγάλη λύπη. Η λύπη του όμως δεν άργησε να μετατραπεί σε τρόμο, λίγους μόλις μήνες μετά τον θάνατό της.

Μια νύχτα ο Δημήτρης Λάμπρου, καθώς κοιμόταν, άκουσε μέσα στον ύπνο του περίεργους κρότους. Πετάχτηκε αμέσως απ’ το κρεβάτι του, απορημένος και ανήσυχος. Περίμενε μήπως οι ήχοι επαναληφθούν, αλλά μάταια. Τη στιγμή που είχε πια πεισθεί ότι όλα ήταν αποκυήματα της φαντασίας του, τρεις βροντερότατοι κρότοι μαστίγωσαν τη νυχτερινή σιγή κι έπειτα, πολλοί κρότοι μαζί ακούστηκαν γρηγορότερα και δυνατότερα. Κατόπιν, έγινε και πάλι απόλυτη ησυχία.

Τότε, ο Λάμπρου έσπευσε να ειδοποιήσει την κόρη και τον μεγαλύτερο γιο του, που κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, αλλά διαπίστωσε ότι είχαν ξυπνήσει κι αυτοί και ήταν εξίσου αναστατωμένοι και καταφανώς έκπληκτοι.

Αρχικά, νόμισαν ότι οι θόρυβοι είχαν προέλθει από τα οικόσιτα ζωάκια που εξέτρεφαν, όπως κουνέλια και κότες, αλλά σύντομα κατάλαβαν πως δεν ήταν αυτά η πηγή των ισχυρών ήχων.

Μετά από λίγο, το σπίτι άρχισε να σείεται από κρότους και τραντάγματα, που έμοιαζαν σαν να περπατούσε κάποιος με βαριά παπούτσια πάνω σε σανιδένιο πάτωμα, πότε αργά και στιβαρά και πότε βιαστικά και με πάταγο.

Η τρομοκρατημένη οικογένεια αποφάσισε ότι, μόλις ξημέρωνε, θα εγκατέλειπε προσωρινά το σπίτι.

Φεύγοντας για τη Θήβα, όπου αποφάσισαν να μείνουν εκεί για κάμποσο καιρό μέχρι να ηρεμήσουν, άφησαν πίσω τον μικρότερο γιο του Λάμπρου, ο οποίος είχε μόλις έρθει εκείνο το πρωί από το Κορωπί και δεν είχε ιδέα για το τι είχε συμβεί την προηγούμενη νύχτα στο σπίτι της οικογένειάς του.

Συνεχίζεται…

Η είδηση αυτή δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ», στις 19/05/1929…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ", στις 19/05/1929
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ», στις 19/05/1929

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων:

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Σχολιάστε το άρθρο

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.