Τα φλουριά του Μαύρου Καβαλάρη – Χριστουγεννιάτικος θρύλος της Βουργουνδίας…

Τα φλουριά του Μαύρου Καβαλάρη - Χριστουγεννιάτικος θρύλος της Βουργουνδίας...
0
(0)

Την παραμονή Χριστουγέννων του 700 μ.Χ., ένας Μαύρος Καβαλάρης, με μια μεγάλη κόκκινη φούντα στη σιδερένια περικεφαλαία του, κατέβηκε σαν αστραπή με το λευκό του άτι τη χιονισμένη πλαγιά του βουνού και μπήκε σε μια πόλη της Βουργουνδίας.

Ο φρενήρης καλπασμός του Μαύρου Καβαλάρη έκανε ένα παιδάκι, που το έλεγαν Πέτρο, να τραβηχτεί βιαστικά στην άκρη του δρόμου, παρατώντας φοβισμένο το παιχνίδι του. Την ίδια στιγμή, όμως, ο Μαύρος Καβαλάρης τράβηξε το χαλινάρι και του φώναξε άγρια, μόλις κοντοστάθηκε:

-Ε, παιδί, το άλογό μου έχει σκάσει από τη δίψα! Δείξε μου γρήγορα πού είναι καμιά βρύση εδώ κοντά…

-Εκεί κάτω, αριστερά, πιο πέρα από το σταυροδρόμι, του απάντησε τρομαγμένος ο Πέτρος και του έδειξε πέρα, κατά τη Γλυκόβρυση.

Ο Μαύρος Καβαλάρης κέντρισε με τα σπιρούνια του το άλογό του και με μια απότομη κίνηση έπεσε καταγής ένα μεγάλο σακούλι, που ήταν κρεμασμένο στη σέλα του και ο Πέτρος είδε να σκορπίζονται τριγύρω ένα σωρό αστραφτερά φλουριά. Έκανε, λοιπόν, να ανοίξει το στόμα του και να φωνάξει, μα δεν πρόλαβε, γιατί ο Μαύρος Καβαλάρης είχε γίνει κιόλας άφαντος.

Ο Πέτρος, τότε, με ένα πονηρό χαμόγελο κοίταξε ολόγυρά του μήπως τον έβλεπε κανείς κι όταν βεβαιώθηκε πως ήταν μοναχός του, έσκυψε και γέμισε τις τσέπες του με τα φλουριά.

Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά από την έξαψη και ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τον εαυτό του τόσο ευτυχισμένο. Α, θα μπορούσε τώρα να αγοράσει ό,τι επιθυμούσε, τα νοστιμότερα γλυκά, τις καλύτερες ξόβεργες, τα ακριβότερα παιχνίδια! Μα, δεν ήξερε ο δύστυχος ότι τον περίμεναν οι πιο πικρές απογοητεύσεις…

Στο πρώτο σταυροδρόμι, ο Πέτρος συνάντησε έναν έμπορο πουλιών κι αγόρασε με περισσή χαρά ένα μεγάλο κλουβί με καρδερίνες. Μα, μόλις έκανε το πρώτο βήμα, η πόρτα του κλουβιού άνοιξε απότομα και οι καρδερίνες, με ένα γλυκό κελάηδισμα, πετάχτηκαν έξω και χάθηκαν μες στη φυλλωσιά μιας θεόρατης μουριάς.

Ο Πέτρος άφησε να πέσει το αδειανό κλουβί από τα χέρια του και συνέχισε τη στράτα του δίχως να τον νοιάζει και πολύ. Άλλωστε, είχε πολλά φλουριά ακόμα στο σακούλι του.

Καθώς βάδιζε, λοιπόν, χαρωπός και ανάλαφρος, σιγανοσφυρίζοντας έναν ιλαρό σκοπό, απάντησε στο διάβα του έναν περιβολάρη με όμορφα χειμωνιάτικα λουλούδια.

-Πόσο κάνουν τα λουλούδια; ρώτησε, σκεπτόμενος πως η μητέρα του θα χαιρόταν πολύ, όταν θα της χάριζε ένα ευωδιαστό μπουκέτο. Δίχως να περιμένει την απόκριση του περιβολάρη, άφησε στο πανέρι ένα ολόκληρο φλουρί και άρπαξε την πιο ωραία ανθοδέσμη. Μα, μόλις έκανε το πρώτο βήμα, τα λουλούδια σκορπίστηκαν μπροστά στα πόδια του ξερά, καφετιά και άψυχα.

Ο Πέτρος πικράθηκε λιγάκι αυτή τη φορά, μα και πάλι δεν πολυσκοτίστηκε. Είχε καλή καρδιά και συλλογίστηκε τότε ότι θα έπρεπε να κεράσει τους φίλους του και να ξοδέψει μαζί τους τα φλουριά. Μάζεψε, λοιπόν, τα παιδιά της γειτονιάς του και μπαίνοντας μπροστά, τα οδήγησε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο, για να τα φιλέψει.

Ο ζαχαροπλάστης, σαν είδε μερικά χρυσά φλουριά να στραφταλίζουν στο χέρι του μικρού, τους έφερε τα πιο νόστιμα γλυκά του μαγαζιού. Ο Πέτρος και οι φίλοι του έπεσαν με τα μούτρα και ξεπάστρεψαν κάθε λιχουδιά που βρισκόταν στο τραπέζι. Μα, μόλις βγήκαν έξω στον δρόμο, άρχισαν να σφαδάζουν από τους πόνους, που τους ένιωθαν σαν καυτά μαχαίρια να τους ξεσχίζουν τα στομάχια τους.

Μονάχα ο Πέτρος δεν ένιωθε τίποτε. Μονάχα αυτός που είχε τα φλουριά δεν σπάραξε από τους πόνους. Επειδή ήταν καλόκαρδος, όταν είδε τους φίλους του να υποφέρουν τόσο, θέλησε να κλάψει. Αντί ωστόσο να γεμίσουν τα μάτια του δάκρυα, δίχως να μπορεί να το ορίσει, ξέσπασε σε κάτι γέλια τρανταχτά, που οι φίλοι του στάθηκαν σαστισμένοι και τον κοίταζαν, έτοιμοι να του ριχτούν και να τον δείρουν, γιατί νόμισαν ότι τους είχε σκαρώσει κάποιο σατανικό παιχνίδι.

Μα, δεν πρόφτασαν να αντιδράσουν. Άρχισαν κι αυτοί, αναίτια, να ξεκαρδίζονται από τα γέλια και να κυλιούνται καταγής, βαστώντας τις κοιλιές τους, σαν δαιμονισμένοι. Έπειτα, όταν κουράστηκαν πια, τράβηξαν ο καθένας κι απ’ άλλο δρόμο, ώσπου χάθηκαν από τα μάτια του Πέτρου, που είχε απομείνει μαρμαρωμένος εκεί στο σταυροδρόμι. Πού θα πήγαινε τώρα; Τι θα έκανε; Μήπως ήξερε κι αυτός; Τέλος πάντων, συλλογίστηκε, ας ήταν καλά τα χρυσά φλουριά του!

Στην πλατεία της εκκλησίας μερικά παλικάρια έπαιζαν “σημειακό” και “σταυρό ή γράμματα”, μα όλοι τους εκείνη τη χρονιάρα μέρα, αντί για δεκάρες, έβαζαν στοιχήματα με φλουριά! Ο Πέτρος πήγε ολόχαρος κοντά τους κι άρχισε κι αυτός να παίζει με τα παλικάρια και να κερδίζει πάντα τα φλουριά τους. Η τύχη του έκανε τους άλλους να πονηρευτούν και παίρνοντας το φλουρί του αγοριού, είδαν ότι ήταν ίδιο και από τις δυο μεριές.

-Μας έκλεψε το παλιόπαιδο! ούρλιαξαν και όρμησαν καταπάνω του να τον σπάσουν στο ξύλο.

Ο Πέτρος, τρέμοντας σύγκορμος, το έβαλε στα πόδια και έκανε τρεις φορές τον γύρο της πλατείας, για να καταφέρει στο τέλος να ξεγλιστρήσει από τα χέρια τους. Κατόπιν, στάθηκε λαχανιασμένος σ’ ένα φούρνο, αγόρασε μια ζεστή φρατζόλα ψωμί και κίνησε για να καθίσει να ξαποστάσει στην άκρη της δημοσιάς.

Μα, μόλις έβαλε στο στόμα του το ευωδιαστό ψωμάκι, του φάνηκε σαν να είχε καταπιεί χώμα και πέταξε τη φρατζόλα μες στις λάσπες απογοητευμένος. Ύστερα, με δάκρυα στα μάτια, στήριξε το κεφάλι του στο χέρι του και ξεκίνησε να αναλογίζεται τα βάσανά του. Γιατί τον κυνηγούσε, άραγε, τόση γρουσουζιά και κακοδαιμονία; Γιατί δεν μπορούσε να χαρεί τα αστραφτερά φλουριά του;

Εκείνη τη στιγμή από τη φυλλωσιά της μουριάς άκουσε τις καρδερίνες που είχε αγοράσει στην αρχή να κελαηδούν παράξενα, σαν να του έλεγαν: “Κλέφτη, κλέφτη, κλέφτη!” Ο Πέτρος σκιάχτηκε κι έριξε μια ματιά τριγύρω. Δύο τοξότες, καβάλα στα άλογά τους, έρχονταν προς το μέρος του.

-Παναγιά μου! Τα ξέρουν όλα! Ξέρουν πως έκλεψα τα φλουριά του μαύρου καβαλάρη! Έρχονται τώρα να με πιάσουν, ψιθύρισε το αγόρι κάτωχρο από τον φόβο του.

Με ένα σάλτο χάθηκε πίσω από τις θημωνιές και έτρεχε σαν τρελός να κρυφτεί, να μην τον βρούνε οι τοξότες, αλλά δεν έβρισκε πουθενά μια απόκρυφη γωνιά να τον προστατέψει…

-Καλύτερα να πέθαινα, αναστέναξε με πίκρα.

Κι ύστερα, ρίχνοντας μια λυπημένη ματιά στο σπίτι του, τράβηξε να πέσει να πνιγεί στη μεγάλη στέρνα της Γλυκόβρυσης. Όταν έφτασε εκεί, στάθηκε στην άκρη κι έριξε μέσα στα βαθιά νερά της όλα τα φλουριά που του είχαν απομείνει. Πόσο τρόμαξε, όμως! Εκείνα τα διαβολικά φλουριά άρχισαν αμέσως να αστράφτουν ένα απόκοσμο φως στα βάθη των νερών, που τον τραβούσαν κοντά τους.

Ο Πέτρος ήταν, λοιπόν, έτοιμος να πέσει να πνιγεί, όταν έξαφνα τον άρπαξε απ’ το χέρι και τον κράτησε από το ρούχο ένας σεβάσμιος γέροντας, που τον κοιτούσε με μάτια γεμάτα καλοσύνη. Το απελπισμένο αγόρι κατάλαβε ότι είχε πια σωθεί και διηγήθηκε την πικρή ιστορία του, κλαίγοντας με αναφιλητά στον καλοσυνάτο γέροντα.

Εν τω μεταξύ, ο Μαύρος Καβαλάρης φάνηκε και πάλι κοντά στη Γλυκόβρυση και τα φλουριά από τον πάτο της στέρνας εξέπεμπαν πια μια λάμψη εκτυφλωτική, σαν ένιωσαν τον αφέντη τους να πλησιάζει. Ο Πέτρος κρύφτηκε στη στοργική αγκαλιά του γέροντα, που δεν ήταν άλλος από τον Δεσπότη Παλλάδη.

Ο Δεσπότης, λοιπόν, έριξε τον γαλάζιο μανδύα του πάνω στα νερά, για να σκεπάσει τις διαβολικές τους φωταψίες. Και από τότε, τα νερά εκείνα, σαν από κάποιο θαύμα, πήραν το γαλαζωπό τους χρώμα, που το έχουν μέχρι και σήμερα.

Ο Πέτρος, σαστισμένος, γονάτισε ευλαβικά μπροστά στον Δεσπότη και τον ικέτεψε να τον σώσει μια για πάντα από τον Μαύρο Καβαλάρη. Πράγματι, ο γέροντας έκανε το σημείο του σταυρού και ο τρομακτικός Μαύρος Καβαλάρης, σκούζοντας και ξεστομίζοντας ακατανόμαστες βρισιές και κατάρες από τη λύσσα του, έπεσε μέσα στα νερά με το λευκό του άτι και χάθηκε αμέσως.

Τα νερά άρχισαν να βράζουν, να κοχλάζουν και να αναδεύονται βίαια και ανταριασμένα, ώσπου κάποτε ησύχασαν και δεν είχαν πια βυθό, γιατί έφταναν έως και την Κόλαση.

-Παιδί μου, τα φλουριά που μάζεψες από τον δρόμο ήταν καταραμένα. Ήταν τα φλουριά του Διαβόλου! Δεν ξέρεις, λοιπόν, πως κάθε παραμονή Χριστουγέννων ο Μαύρος Καβαλάρης τριγυρίζει εδώ κι εκεί, για να κλέψει τις ψυχές των άμυαλων παιδιών; Τα χρυσά φλουριά του είναι το δόλωμα. Μην ξεχνάς πως ό,τι παίρνει κανείς με πονηριά, δεν το χαίρεται, παιδί μου! είπε ο Δεσπότης τρυφερά στον μικρό Πέτρο.

Και με αυτά τα λόγια πήρε το αγόρι από το χέρι και το πήγε στη μητέρα του, που ετοίμαζε χαρούμενη το σπιτικό τους για τη γιορτή των Χριστουγέννων. Από τότε, όσο ζούσε ο Δεσπότης Παλλάδης, ο Μαύρος Καβαλάρης δεν ξαναφάνηκε στη Βουργουνδία.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 21/12/1933…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΜΠΟΥΚΕΤΟ", στις 21/12/1933
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 21/12/1933

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία 0 / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων: 0

Καμία αξιολόγηση ως τώρα...

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments