Ο μαρτυρικός θάνατος του Αγίου Χριστοφόρου…

Ο μαρτυρικός θάνατος του Αγίου Χριστοφόρου…
0
(0)

Ο Άγιος Χριστόφορος άκμασε κατά το 250 μετά Χριστόν, όταν βασίλευε ο τρομερός χριστιανομάχος Ρωμαίος Αυτοκράτορας Δέκιος.

Τερατώδεις και παράδοξες φήμες κυκλοφορούσαν άλλοτε για τη θρυλική ασχήμια του Αγίου τούτου. Ήταν, έλεγαν, τόσο απαίσιος στην όψη, ώστε τον αποκαλούσαν “κυνοπρόσωπο”, άνθρωπο δηλαδή με τη μορφή σκύλου.

Μάλιστα, οι εχθροί του διατράνωναν ότι καταγόταν από γένος ανθρωποφάγων! Κάτω, όμως, από το αποκρουστικό παρουσιαστικό του, ο Άγιος Χριστόφορος έκρυβε μια αγγελική, παιδική ψυχή. Βαθιά στην καρδιά του ανθοβολούσε άπειρη συμπόνια και καλοσύνη.

Το προηγούμενο όνομά του ήταν Ρεμπρόβος, που σήμαινε αποδοκιμασμένος, κολασμένος. Κάποτε, που πολεμούσε εναντίον ενός κόμη, πιάστηκε αιχμάλωτος. Όταν, όμως, έκανε να ανοίξει το στόμα του να μιλήσει, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Μες στην απελπισία του, γονάτισε και προσευχήθηκε από τα μύχια της ψυχής του. Τη στιγμή εκείνη, παρουσιάστηκε μπροστά του ένας Άγγελος Κυρίου, ο οποίος, αφού ακούμπησε τα δάχτυλά του στα κλειστά χείλη του, του είπε:

-Ρεμπρόβε, μη δειλιάζεις!

Ο Χριστόφορος ξαναβρήκε αμέσως την ομιλία του και από τότε του αποκαλύφθηκε, για πρώτη φορά, όλο το μεγαλείο της χριστιανικής πίστης. Και αποφάσισε να αφιερώσει όλη την υπόλοιπη ζωή του στη διάδοση του λόγου του Χριστού.

Άρχισε, λοιπόν, να τριγυρίζει σε πολιτείες και χωριά και να στηλιτεύει τους ειδωλολάτρες Έλληνες που καταδίωκαν τους Χριστιανούς. Κάποιος άρχοντας Βάκχιος, φοβούμενος τη μεγάλη επιρροή του ανθρώπου αυτού, διέταξε να τον πιάσουν και να τον ξυλοφορτώσουν, ώσπου να ματώσουν οι σάρκες του.

Ο Ρεμπρόβος, που δεν είχε λάβει ακόμα το όνομα Χριστόφορος, υπέμεινε το μαρτύριο με χριστιανική καρτερικότητα. Είπε, λοιπόν, στον Βάκχιο:

-Ταπεινώνομαι θεληματικά, διότι έτσι το επιθυμεί ο Κύριός μου, ο Ιησούς Χριστός. Ήθελα και στάθηκα να με συλλάβουν. Γιατί, αν αντιστεκόμουν, ούτε εσύ μπορούσες να μου κάνεις τίποτε, αλλά ούτε και ο Βασιλιάς σου.

Τα λόγια αυτά τα απαξιωτικά έφτασαν στα αυτιά του Αυτοκράτορα Δεκίου, ο οποίος είχε φοβηθεί πολύ και από την επίδραση που θα μπορούσαν να είχαν αυτά τα λόγια του, αλλά και από τη φριχτή ασχήμια του. Άλλωστε, μονάχα οι Χριστιανοί άντεχαν να αντικρίσουν το πρόσωπό του δίχως να σκιαχτούν, επειδή στα μάτια του διάβαζαν τη λάμψη τη χριστιανικής πραότητας.

Έτσι, ο Δέκιος έστειλε διακόσιους στρατιώτες του με την εντολή να τον συλλάβουν και να τον σύρουν ενώπιόν του.

Το μόνο όπλο που βαστούσε πάνω του ο άγιος τούτος άνθρωπος ήταν ένα ξύλινο ραβδί, το οποίο, όμως, από κατάξερο που ήταν, αίφνης βλάστησε! Στο δρόμο, εν τούτοις, σώθηκε το ψωμί των στρατιωτών και δεν είχαν τι να φάνε. Μα, ο Άγιος Χριστόφορος προσευχήθηκε και τα λιγοστά ψωμιά που είχαν απομείνει, πλήθυναν ξαφνικά και γέμισε ο τόπος.

Το θαύμα αυτό έκανε τους στρατιώτες να πιστέψουν στον Χριστό και να δουν το φως της υπέρλαμπρης αλήθειας. Και μόλις έφτασαν στην Αντιόχεια, αντί να παραδώσουν τον Άγιο στα χέρια της εξουσίας, όπως είχαν λάβει διαταγή, βαπτίστηκαν αμέσως μαζί με τον Επίσκοπο της Αντιόχειας, τον Άγιο και ιερομάρτυρα Βαβύλα. Τότε, και ο Ρεμπρόβος βαπτίστηκε κι αυτός και ονομάστηκε Χριστόφορος.

Μόλις ο Αυτοκράτορας πληροφορήθηκε τη μεταστροφή των στρατιωτών του και το βάπτισμά τους στο όνομα του Ιησού Χριστού, κόντεψε να τρελαθεί από τη σύγχυση και την ταραχή του. Από καιρό τώρα έβλεπε το πόσο γιγαντωνόταν η χριστιανική πίστη, αλλά ποτέ του δε φανταζόταν πως είχαν τόση δύναμη και πειστικότητα τα παραγγέλματα της.

Ωστόσο, ο Δέκιος έπρεπε να αντιδράσει στο πανίσχυρο αυτό ρεύμα που διαμορφωνόταν με κάθε τρόπο. Κι έτσι, σοφίστηκε κάτι μοναδικό.

Βλέποντας, λοιπόν, πως ο Άγιος Χριστόφορος δε λύγιζε μπροστά σε απειλές και βασανιστήρια, προσκάλεσε δύο γυναίκες, την Καλλινίκη και την Ακυλίνα, για να τον βοηθήσουν στους δόλιους σκοπούς του.

Οι γυναίκες αυτές ήταν πεντάμορφες στην όψη και διέθεταν σώματα θεϊκά, μα στην ψυχή ήταν ακόλαστες και μιαρές. Είχαν τελειοποιήσει την τέχνη να βάζουν σε πειρασμό τους άντρες και κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στις σαγηνευτικές ματιές τους.

Αυτές, λοιπόν, τις δύο επικίνδυνες γυναίκες έβαλε ο Αυτοκράτορας Δέκιος να πάνε να βρουν τον Άγιο Χριστόφορο και να τον ξεμυαλίσουν, να τον κάνουν να αποποιηθεί τις προσταγές του Ιησού και να προσφέρει τελικά θυσίες στους ψεύτικους θεούς των ειδωλολατρών.

Ο βέβηλος Αυτοκράτορας, παίρνοντας για παράδειγμα τις δικές του άσωτες ορέξεις, νόμιζε πως ο καλοσυνάτος Άγιος δε θα μπορούσε να αντισταθεί στα κάλλη και στις ομορφιές των δύο αυτών γυναικών.

Μα, τα πράγματα κύλησαν εντελώς διαφορετικά από ό,τι τα φανταζόταν ο Δέκιος. Ο Άγιος Χριστόφορος μίλησε με τόση ευλάβεια και ευγλωττία στις δύο εταίρες, που είδαν να λάμπει ολοζώντανα εμπρός τους το αληθινό φως της θρησκείας του Χριστού και πίστεψαν με όλη τη μετανοημένη τους καρδιά.

Έτσι, την άλλη μέρα, παρουσιάστηκαν στον Αυτοκράτορα και του είπαν θαρρετά και άφοβα πως απαρνήθηκαν πια τα είδωλα, για να προσκυνήσουν τον Χριστό. Μα, ο κακεντρεχής και αιμοχαρής Δέκιος τιμώρησε σκληρά τις δύο αυτές μετανοημένες γυναίκες. Διέταξε να τις διαπεράσουν με σούβλες από τις πατούσες των ποδιών έως τους ώμους και να τις κρεμάσουν από ψηλά, για να πεθάνουν αργά και βασανιστικά, μέσα σε φριχτούς και ανομολόγητους πόνους. Οι δύο αυτές γυναίκες υπόμειναν το μαρτυρικό αυτό τέλος με γενναιότητα και ξεψύχησαν, ψιθυρίζοντας το όνομα του Ιησού Χριστού.

Η τεράστια αυτή πίστη εξόργισε ακόμη περισσότερο τον Δέκιο, ο οποίος άρχισε να βρίζει τον Άγιο Χριστόφορο για το άσχημο και αποκρουστικό του πρόσωπο. Ο Άγιος, όμως, τον κοίταξε κατάματα, δίχως να ταραχθεί, δίχως να θυμώσει καθόλου.

Τότε, ο ωρυόμενος τύραννος, με τα απάνθρωπα ένστικτα, διέταξε να θανατώσουν ευθύς τους διακόσιους στρατιώτες του, που είχαν αλλαξοπιστήσει και είχαν αγκαλιάσει τον Χριστιανισμό, αλλά και να βασανίσουν όσο πιο άγρια γινόταν τον Άγιο Χριστόφορο.

Τον έδεσαν, λοιπόν, πάνω σ’ ένα ψηλό σίδερο και από κάτω άναψαν μια μεγάλη φωτιά. Μα, ο Άγιος, όχι μονάχα δεν πάθαινε τίποτε απ’ τις φλόγες, αλλά απεναντίας διηγόταν ήσυχα-ήσυχα, σαν να βρισκόταν στην όχθη κανενός δροσερού ποταμού, πράγματα παράδοξα, τα οποία στους μεν απίστους φάνταζαν τρελά κι απίθανα, στους δε πιστούς, λογικά και ευκολοπαράδεχτα.

Όσο ο λαός άκουγε τον Άγιο Χριστόφορο να μιλάει, χωρίς να τον αγγίζουν καθόλου οι φλόγες της φωτιάς, που φούντωναν ολοένα και μιλούσε με μεγαλύτερη ακόμα συγκίνηση. Οι πιστοί έκλαιγαν από χαρά, αλλά και οι άπιστοι άρχισαν να πιστεύουν. Όρμησαν τότε, όλοι μαζί, σαν ένας άνθρωπος, να ελευθερώσουν τον Άγιο από τη φωτιά. Μα, ο άτεγκτος Αυτοκράτορας διέταξε τους στρατιώτες του να τους σφάξουν όλους, όπως κι έγινε…

Έπειτα, κατέβασαν τον Άγιο Χριστόφορο, του έδεσαν μια πέτρα στον λαιμό και τον έριξαν στο πηγάδι. Τότε, ένας Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε και τον τράβηξε από το βάραθρο. Τον ανέσυρε απείραχτο και ζωντανό.

Δυστυχώς, ακόμη και μπροστά σε τούτο το θαύμα, ο Δέκιος δεν πίστεψε. Αντιθέτως, έφριξε από από το κακό του. Διέταξε να κατασκευάσουν ένα ρούχο από σίδερο, να το κοκκινίσουν στη φωτιά, να πυρωθεί καλά κι ύστερα να σκεπάσουν με αυτό τον Άγιο. Μα, μόλις το πυρωμένο σίδερο ακουμπούσε τις σάρκες του, έλιωνε αμέσως και γινόταν γάργαρο νερό!

Το τελευταίο μαρτύριο του Αγίου Χριστοφόρου στάθηκε ο σίγουρος αποκεφαλισμός. Τότε μονάχα παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, όταν το σεπτό του κεφάλι αποχωρίστηκε απ’ το σώμα του.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 28/06/1928…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΜΠΟΥΚΕΤΟ", στις 28/06/1928
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 28/06/1928

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία 0 / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων: 0

Καμία αξιολόγηση ως τώρα...

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments