Υπατία η Αλεξανδρινή – Το τραγικό τέλος ενός μεγαλοφυούς πνεύματος…

Υπατία η Αλεξανδρινή - Το τραγικό τέλος ενός μεγαλοφυούς πνεύματος...
5
(2)

Περίπου τετρακόσια χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού, ενώ πια έπεφταν συντρίμμια και τα τελευταία είδωλα των αρχαίων θεών, μια ωραιότατη γυναίκα, έξυπνη και τολμηρή, η Υπατία η Αλεξανδρινή, θέλησε να αναζωπυρώσει την εθνική θρησκεία, αλλά βρήκε τραγικότατο τέλος. Θα διηγηθούμε εδώ την περίεργη ζωή της, τα έργα της και το απάνθρωπο τέλος της.

Η Υπατία ήταν κόρη του Αλεξανδρινού φιλοσόφου και μαθηματικού, Θέωνος. Ο πατέρας της, ο οποίος είχε καταλάβει από πολύ μικρή ηλικία το προνομιούχο πνεύμα της, την αφιέρωσε στα γράμματα και στη μόρφωση.

Την εποχή εκείνη, άλλωστε, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου υπήρχε το περίφημο μουσείο της, δύο ονομαστές βιβλιοθήκες, στις οποίες οι Πτολεμαίοι είχαν αποταμιεύσει κάθε ανθρώπινη σοφία, υπήρχαν δύο φιλοσοφικές σχολές, καθώς και μια ιατρική ακαδημία.

Επομένως, η Υπατία ζούσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα πνευματική, κατάλληλη για την ανάπτυξη και διαπαιδαγώγησή της. Και σιγά-σιγά κατόρθωσε να εμβαθύνει στα τότε φιλοσοφικά συστήματα και να διακριθεί τόσο, ώστε να σκεπάσει ακόμα και τη λάμψη του διάσημου πατέρα της.

Συνέγραψε το “Υπόμνημα εις Διόφαντον”, “Υπόμνημα εις τα κωνικά του Απολλωνίου” και άλλα επιστημονικά συγγράμματα. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα όρια της Αλεξάνδρειας και από παντού κατέφταναν άνθρωποι, προκειμένου να θαυμάσουν τη “φιλόσοφο γυναίκα”, αλλά και να διδαχτούν από αυτήν.

Η Υπατία ασχολήθηκε και με την επιστήμη της αστρονομίας, απέκτησε και τεχνουργικές γνώσεις και κατασκεύαζε, μάλιστα, θαυμάσια αστρονομικά όργανα, όπως αστρολάβους.

Την εποχή εκείνη, βρισκόταν στην ακμή του κι ένα άλλο πνευματικό κέντρο, η Αθήνα. Η Νεοπλατωνική Σχολή, την οποία κοσμούσαν με την παρουσία τους ο Πλούταρχος, ο Ιεροκλής, ο Πρόκλος και τόσοι άλλοι, συγκέντρωνε μαθητές από παντού.

Έτσι, η Υπατία ήρθε και στην Αθήνα. Ήταν τότε στο άνθισμα της ομορφιάς της και της λαμπρότητας του πνεύματός της. Οξύνους και μεθοδική. Ο ελληνικός κόσμος των γραμμάτων της έκανε θερμότατη υποδοχή.

Η Υπατία ίδρυσε ένα φιλολογικό σαλόνι, το οποίο ήταν εντευκτήριο των αρχόντων της πόλης και των φιλοσοφούντων. Εννοείται ότι πολλοί άντρες έδειξαν το ερωτικό τους ενδιαφέρον προς το πρόσωπό της, κολακευμένοι από τις χάρες της, αλλά εκείνη, “η σφόδρα καλή τε και ευειδής”, είτε δεν είχε σκοπό ακόμη να δώσει σε κανέναν την καρδιά της είτε ήταν πολύ αφοσιωμένη στο έργο της.

Κατόπιν, έλαβε την απόφαση να επιστρέψει πίσω στην Αλεξάνδρεια, όπου και ίδρυσε τη δική της σχολή. Τα μαθήματά της προκαλούσαν αίσθηση και κατάπληξη. Ο Βυζαντινός χρονογράφος από την Αντιόχεια, Ιωάννης Μαλάλας, την αποκαλούσε “περιβόητον φιλόσοφον” και “άχραντον άστρον της σοφής παιδεύσεως”.

Ο θάνατος της Υπατίας υπήρξε σκληρός. Η ωραία Αλεξανδρινή φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος, σκοτώθηκε από τον φανατικό όχλο το 415 μ.Χ. Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Φιλοστόργιος διηγείται ως εξής το τραγικό της τέλος:

“Η πατριαρχεία του Κυρίλλου Α’ Αλεξανδρείας εγκαινιάστηκε με επαναστάσεις και αναταραχές, που συντάραξαν για πολλά χρόνια την Εκκλησία της αιγυπτιακής πρωτεύουσας. Ο Κύριλλος ήταν έξοχος Χριστιανός φιλόσοφος, είχε τον ενθουσιασμό των πρώτων Χριστιανών, αλλά δεν ήταν καθόλου ανεξίθρησκος και μισούσε δυνατά τους αλλόθρησκους. Από τις πρώτες πατριαρχικές του πράξεις, έγινε ευθύς κατανοητό ότι δεν είχε σκοπό να ανεχτεί τους πολέμιους της χριστιανικής πίστης.”

Ρωμαίος Έπαρχος της Αλεξάνδρειας, στα χρόνια εκείνα, ήταν ένας νέος και ωραίος άντρας, ονόματι Ορέστης. Θαυμαστής και φίλος της Υπατίας σύχναζε τακτικά, όχι μόνο στα μαθήματά της, αλλά και στο σπίτι της.

Ένας Έλληνας ιστορικός είχε γράψει σχετικά:

“Η Υπατία ήταν αναφανδόν και απροκάλυπτα φίλη του Ορέστη. Ως νεοπλατωνική φιλόσοφος που ήταν, είχε τάσεις προς την αναγέννηση της παλαιάς λατρείας και εθνικής θρησκείας. Αλλά οι εχθροί της την πολεμούσαν με όλων των ειδών τα όπλα. Διέδωσαν, λοιπόν, στον λαό ότι καταγινόταν με τις μαγικές τέχνες και τη μαντική”.

Στα χρόνια εκείνα, οι μαθηματικοί θεωρούνταν άνθρωποι διαβολικοί, μάγοι, όπως και κατά τον σκοτεινό Μεσαίωνα. Μια μικρή αφορμή αρκούσε για να εξερεθιστεί ο όχλος εναντίον τους και να τους σύρει στον θάνατο με φρικτά βασανιστήρια. Μάλιστα, την εχθρότητα αυτή της λαϊκής μάζας εναντίον των μαθηματικών και εν γένει των επιστημόνων, την έτρεφε και η ίδια η πολιτεία.

Υπάρχουν διατάγματα των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Μεγάλου, του Ιουλιανού του Παραβάτη, του Θεοδοσίου του Α’ και άλλων, οι οποίοι ορίζουν την ποινή του θανάτου “δια πυράς” ή “δια βοράς αγρίων θηρίων” στους “λεγόμενους μαθηματικούς”, οι οποίοι τελούσαν δήθεν μαγείες και άλλες απόκρυφες τεχνουργίες!

Όλα αυτά, λοιπόν, συντέλεσαν στη μοιραία τραγωδία. Ήταν η Μεγάλη Σαρακοστή του 415 μ.Χ. Τις τελευταίες εβδομάδες, οι κληρικοί, εχθροί του Ρωμαίου Επάρχου Ορέστη, ο οποίος ήταν ο επιστήθιος φίλος της Υπατίας, δυνάμωσαν την εναντίον του πολεμική και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να εξερεθίσουν τον φανατισμό του όχλου. Και τέλος, το κατόρθωσαν.

Έτσι, τη Μεγάλη Παρασκευή, μετά την τελετή της Αποκαθήλωσης, ένας διάκος της Εκκλησίας των Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης (του άλλοτε Ναού του Καίσαρα), ένας άνθρωπος στενόμυαλος, αλλά εύκολος στη λαϊκή ρητορεία, ονόματι Πέτρος, ανέβηκε στον άμβωνα και καταφέρθηκε δριμύτατα εναντίον των “εχθρών της χριστιανικής πίστης, των αντίχριστων Ορέστη και Υπατίας, οι οποίοι προσπαθούσαν να αναστηλώσουν τα είδωλα των ψευδών θεών και ζούσαν σκανδαλωδώς, καταρρυπαίνοντας τα χρηστά ήθη”.

Και όταν ο θρησκομανής και μισαλλόδοξος ρασοφόρος κατάλαβε πως τα λόγια του είχαν φέρει το δηλητηριώδες αποτέλεσμά τους, όταν διάβασε στα πρόσωπα του ακροατηρίου του την έξαψη του φανατικού μίσους, φώναξε:

“Εμπρός! Για την αγάπη του Χριστού! Εμπρός να τιμωρήσουμε τους εχθρούς της πίστης μας! Θάνατος στους ειδωλολάτρες!”

Σχηματίστηκε αμέσως μια ορμητική διαδήλωση. Μπροστά πήγαινε ο ρασοφόρος Πέτρος, βαστώντας τον Εσταυρωμένο. Στον δρόμο, τα πλήθη πύκνωναν με νέους φανατικούς, οι οποίοι κράδαιναν κοντάρια, σπαθιά κι αξίνες και ούρλιαζαν, φοβερίζοντας τους εθνικούς. Ήταν ένα είδος στάσης, μια εξέγερση.

Κατευθύνθηκαν στο σπίτι της Υπατίας, η οποία εκείνη τη στιγμή έβγαινε περίπατο με την άμαξά της. Ήταν στο άνθος της ηλικίας της και της ομορφιάς της. Φορούσε ένα ανοιξιάτικο ανοιχτόχρωμα φόρεμα, που το έβαζε για πρώτη της φορά. Και έμελλε να είναι η τελευταία…

Μόλις την είδε ο εξαγριωμένος όχλος, το μίσος του εναντίον της πολλαπλασιάστηκε. Ένα σωρό ανεγκέφαλοι άνθρωποι ρίχτηκαν καταπάνω στη μοναχή γυναίκα. Σταμάτησαν τα άλογα, την κατέβασαν τραβώντας την άγρια από την άμαξα, την έσυραν στο χώμα, της ξέσχισαν τα ρούχα και άρχισαν να την πετροβολούν. Η Υπατία πάσχισε να γλιτώσει τη ζωή της, καταφεύγοντας στα γειτονικά σπίτια, αλλά έβρισκε τις πόρτες τους κλειστές. Κανείς δε τη λυπήθηκε.

Αίφνης, πρόβαλε από μια γωνιά ο φίλος της, ο Έπαρχος Ορέστης. Και μόλις την είδε καταματωμένη, με τα μαλλιά χυμένα στους ώμους, για μια στιγμή μονάχα κέρωσε.

-Σώσε με, Ορέστη, σώσε με! του φώναξε εκείνη απλώνοντας με απελπισία τα γυμνά της χέρια.

Ο Έπαρχος άρπαξε το σπαθί του και όρμησε να τη γλιτώσει, μη λογαριάζοντας ούτε το ξέφρενο πλήθος ούτε την τυφλή μανία των εχθρών. Με τόλμη απαράμιλλη και αυτοθυσία, στάθηκε μπροστά της, βάζοντας το κορμί του ασπίδα. Αλλά τότε, ο θερμοκέφαλος ρασοφόρος, αρχηγός του φρενήρη όχλου, έσκουξε:

-Να και ο εραστής της, Χριστιανοί! Να και ο ειδωλολάτρης Έπαρχος! Θάνατος και στους δυο!

-Θάνατος και στους δυο! αντιλάλησε ο απερίσκεπτος όχλος. Άντρες, γυναίκες και παιδιά τους λιθοβολούσαν, τους πετούσαν κοφτερά όστρακα, ενώ μερικές φανατικές γυναίκες, από τη στέγη του γειτονικού σπιτιού, τους πετούσαν κεραμίδια.

Οι δυο τους έπεσαν σε λίγο καταγής, καταματωμένοι, ενώ τα λιθάρια, τα όστρακα και τα κεραμίδια έπεφταν ολοένα καταπάνω τους, τους έσπαγαν τα κόκαλα, τους θανάτωναν, τους σκέπαζαν, μέχρι που τους εξαφάνισαν.

Τέλος, όταν η μανία τους σώθηκε και ο Ορέστης και η Υπατία έπαψαν να παρουσιάζουν ίχνη ζωής, ο Πέτρος και οι αιμοσταγείς σύντροφοί του τους πλησίασαν, έδεσαν τα πτώματά τους από τα πόδια και σέρνοντάς τα με αλαλαγμούς θριάμβου και ικανοποίησης, τα πέταξαν κάτω από τα παράθυρα του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύριλλου του Α’, όπου τα κομμάτιασαν και τα έκαψαν.

Με αυτόν τον απάνθρωπο τρόπο, αναίτια εντελώς, χάθηκε η Υπατία η Αλεξανδρινή, η κόρη του τρανού Θέωνος, ένα από τα ευγενέστερα και μεγαλοφυέστερα επιστημονικά πνεύματα που έβγαλαν οι αιώνες.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 16/05/1929…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΜΠΟΥΚΕΤΟ", στις 16/05/1929
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 16/05/1929

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία 5 / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων: 2

Καμία αξιολόγηση ως τώρα...

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments