Σ’ ένα μικρό χωριό της Αγγλίας, λίγο έξω από το Bradford, παράδοξα και ανεξήγητα φαινόμενα λάμβαναν χώρα στο σπίτι της κυρίας Βερστ, τον Δεκέμβριο του 1924.
Για περισσότερο από έναν μήνα, η φιλήσυχη και αξιοσέβαστη κυρία Βερστ άρχισε να εκπλήσσεται από ελαφρείς κρότους και ανατριχιαστικά γρατζουνίσματα, που ακούγονταν σε διάφορα μέρη του σπιτιού της, δίχως να μπορεί να ανακαλύψει την αιτία.
Στην αρχή, απέδωσε το άγριο παιχνίδι των ανατριχιαστικών θορύβων σε πειράγματα κακοπροαίρετων γειτόνων, αλλά καθώς περνούσαν οι μέρες, οι κρότοι και τα γρατζουνίσματα πλήθαιναν και δυνάμωναν, ενώ προκαλούνταν σε σημεία του μεγάλου βικτωριανού σπιτιού της, όπου κανείς δεν είχε πρόσβαση.
Η κυρία Βερστ κόντευε να χάσει το μυαλό της, μέχρι που επιβεβαίωσε ότι δεν ήταν η μόνη που άκουγε τους μυστηριώδεις ήχους. Ο γέροντας Νιούμαν, φύλακας της οικίας, διατράνωνε ότι συχνά ξαφνιαζόταν και τρόμαζε ακόμη από απότομα ξεσπάσματα δαιμονιωδών κρότων και ενώ αναστάτωνε όλο το πολυτελές οίκημα, δεν μπορούσε να βρει ποιους τους προξενούσε.
Πέρασαν έτσι δεκαπέντε μέρες, χωρίς να δύναται να ηρεμήσουν ούτε μια στιγμή κατά τη διάρκεια της μέρας και της νύχτας. Μάλιστα, ο σιδηρουργός του χωριού πιστοποιούσε ότι οι φρενήρεις θόρυβοι δε διέφεραν σε τίποτα από τον εκκωφαντικό ήχο της σιδηρουργικής του σφύρας, όταν κοπανούσε με ορμή το καυτό μέταλλο.
Σύμφωνα με την αφήγηση της ιδιοκτήτριας κυρίας Βερστ, αλλά και όλων των συγχωριανών της, μεγάλοι λίθοι άρχισαν να πέφτουν βίαια μέσα στην κεντρική σάλα του σπιτιού, διαπερνώντας επιδέξια τα πυκνά κιγκλιδωτά παράθυρα.
Οι γείτονες, λοιπόν, οργανώθηκαν σε ομάδες και ερευνούσαν τη γύρω περιοχή σε μεγάλη ακτίνα, αναζητώντας να συλλάβουν τους ταραξίες, που, όπως πίστευαν, είχαν στοχοποιήσει με τα χοντροκομμένα αστεία τους αυτήν την τόσο καλή και αξιοσέβαστη αρχόντισσα. Μα, δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν ούτε ένα ζευγάρι πατημασιές ή άλλα ίχνη.
Στα τέλη του μηνός Ιανουαρίου του 1925, ο κύριος Ουέσλακ, μέλος της Πνευματιστικής Εταιρείας του Λονδίνου, έσπευσε στο χωριό και έθεσε σε ανάκριση όλους τους μάρτυρες του αλλόκοτου φαινομένου.
Και ιδού τι κατέθεσε ο θυρωρός και φύλακας Νιούμαν:
“Την Τρίτη 18 Δεκεμβρίου, μεταξύ της 10ης και 11ης πρωινής ώρας, η αξιότιμη κυρία Βερστ μου είπε πως η μια από τις κόρες της, η Άννα, 13 ετών, είχε δει ένα από τα παπούτσια της να ανυψώνεται και να εξακοντίζεται με πρωτοφανή ορμή έξω στον κήπο και να καταλήγει, τελικά, εκατοντάδες μέτρα μακριά, πάνω στην πίσω πόρτα του πελώριου κήπου, όπου και άφησε ευδιάκριτα ίχνη λάσπης.
Τότε, η νεαρή Άννα έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιο της μητέρας της και είδε εκείνη τη στιγμή ένα ογκωδέστατο λιθάρι να πέφτει πάνω στα κιγκλιδώματα του παραθύρου, ενώ ευθύς ακολούθησε καταιγισμός λιθοβολισμών. Τρέξαμε όλοι να κρυφτούμε.
Μα, τότε, βαστώντας την ανάσα μας, είδαμε πως ανάμεσα στη βροχή από πέτρες και χαλίκια, αιωρούνταν πάνω από τα κεφάλια μας εξόχως ασυνήθιστα αντικείμενα, όπως δύο δαχτυλήθρες, ένας άβακας, μια πλάκα γραφής, μια πόρπη και διάφορα άλλα ασυνήθιστα, τα οποία δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε από πού προέρχονταν, αλλά τα βλέπαμε την ύστατη στιγμή να απειλούν να μας χτυπήσουν. Σαν να ετίθεντο σε κίνηση ένα δευτερόλεπτο πριν μας επιτεθούν…
Κατόπιν, ένα γυναικείο υπόδημα ερρίφθη με μανία απ’ έξω και έπεσε στα πόδια μου. Η κυρία Βερστ, εξαιρετικά ανήσυχη πια, έπιασε και πέταξε το παλιό και λασπωμένο παπούτσι έξω από το παράθυρα, όσο πιο μακριά μπορούσε, καταμεσής του κήπου σχεδόν, με δάκρυα απόγνωσης στα μάτια.
Τότε, εγώ φώναξα προς τον αόρατο εχθρό, που είχε βάλει σκοπό του να μας βασανίσει: “Όποιος κι αν είσαι, αν με ακούς, ρίξε πάλι το παπούτσι!”
Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη φράση μου, το ίδιο παπούτσι, καυτό σαν να είχε βγει από τα έγκατα της Κολάσεως, εισέβαλε μέσα από το σιδερόφραχτο παράθυρο και έσκασε πάνω στο κεφάλι μου και μετά κατέληξε στο πάτωμα, συμπαρασύροντας μαζί και το καπέλο μου.
Τα άγρια φαινόμενα του στοιχειωμένου βικτωριανού σπιτιού στο Bradford της Αγγλίας προκάλεσαν την επίσκεψη του Πρυτάνεως του τοπικού Πανεπιστημίου, με σκοπό την περαιτέρω εξέταση της ανάστατης και θορυβώδης οικίας, ενώ ακόμη παραδοξότερα συνέχισαν να συμβαίνουν.
Συνεχίζεται…
Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΑΘΗΝΑΙ”, στις 20/11/1925…








