Οι Καλλικάντζαροι του Δωδεκαημέρου – Θρύλοι και δοξασίες…

Οι Καλλικάντζαροι του Δωδεκαημέρου - Θρύλοι και δοξασίες…
5
(1)

Η ελληνική φαντασία είναι απίστευτα πλούσια. Κι αυτό το ανεκτίμητο δώρο το είχε πάντοτε ο λαός μας, απλόχερα δοσμένο από τον Δημιουργό του. Όσους αιώνες πίσω κι αν βυθίσουμε το βλέμμα μας, όσο πιο μακριά φτάσει η ψυχή μας στα περασμένα, τόσο περισσότερο θα μείνουμε κατάπληκτοι.

Και από τις μακρινότατες εποχές, τις χαμένες και για την Ιστορία ακόμα, έως σήμερα, στον τόσο αντιποιητικό καιρό μας, η λαϊκή φαντασία παράξενα προσκολλήθηκε στα δημιουργήματά της. Τα αγάπησε και δέθηκε ακατάλυτα μαζί τους.

Πέρασαν αιώνες, έσβησε σιγά-σιγά κι οριστικά η αρχαία θρησκεία και οι θεοί της κατέβηκαν απ’ τον Όλυμπο. Το μήνυμα του Άστρου της Βηθλεέμ το δέχτηκαν οι άνθρωποι και το πίστεψαν βαθιά. Κέρδισε τον κόσμο η θρησκεία της Αγάπης. Οι παλιές επίσημες λατρείες αφανίστηκαν, τους παλιούς μεγάλους θεούς τους κύκλωσε η λησμονιά.

Κι όμως, μερικοί λατρευτικοί τύποι, μερικοί θρύλοι, παμπάλαιες δεισιδαιμονίες και προλήψεις, πεισματικά και επίμονα, εξακολουθούν να ζουν και να βασιλεύουν, με άλλο νόημα πια, προσαρμοσμένο στη δική μας τη θρησκεία.

Κι έρχεται σήμερα το σοφό μάτι της Επιστήμης και εξετάζει αυτές τις παράξενες εκδηλώσεις, τις ερμηνεύει και ψάχνοντας μακριά πίσω στα περασμένα, τις βρίσκει στην περίοδο της μεγάλης μας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τις βρίσκει στην αρχαία Ελλάδα, τις ψηλαφεί στις πιο απόμακρες εποχές που μπορεί να φτάσει η έρευνα. Και με τρόπο συγκινητικό, μας δένει με τα περασμένα και φωτίζει τη συνείδησή μας. Μας κάνει προσιτές ολόκληρες γενιές ανθρώπων που προηγήθηκαν κι έζησαν σε τούτη την ίδια γη, την πότισαν με τον μόχθο τους, την ομόρφυναν με τη σκέψη τους.

Μας τους φέρνει αδιανόητα κοντά μας, μας κάνει να τους αισθανόμαστε ως τα μύχια της ψυχής μας και να βλέπουμε πόσο είμαστε η συνέχειά τους και πόσο πιστά φυλάμε την πνευματική τους κληρονομιά. Μας δένει με τον πρώτο σχεδόν άνθρωπο, που έζησε πάνω στην πονεμένη γη μας.

Η θρησκεία του Χριστού άνοιξε στην ανθρωπότητα το μονοπάτι της λύτρωσης. Έμαθε τον κόσμο πώς μπορεί να ζει χωρίς να φθονεί, χωρίς να μισεί, χωρίς να αυτοκαταστρέφεται από την ανισότητα. Έδειξε στους ανθρώπους τον δρόμο της γαλήνης, γιατί τους αποκάλυψε το μυστικό της Αγάπης και της Συγχώρεσης. Κι έκανε, έτσι, ανίσχυρα τα κακά πνεύματα, τα μιαρά, που πάσχιζαν να καταστρέψουν κάθε τι καλό και την ίδια την πλάση ακόμα, που ο Θεός δημιούργησε.

Οι Καλλικάντζαροι, λοιπόν, ένα πλήθος από μαυριδερά δαιμόνια, άσκημα και φθονερά, στραβοπόδικα και τερατόμορφα, όπως τα φανταζόταν ο λαός μας, παλεύουν όλο τον χρόνο, μέρα με τη μέρα και ώρα με την ώρα, για να συντρίψουν τη Γη.

Ζουν κάτω στα σκοτάδια του Άδη και μοναδικό έργο τους έχουν την καταστροφή. Τα μάτια τους είναι κατακόκκινα. Έχουν πόδια τράγου και χέρια σαν της μαϊμούς. Ολάκερο το κορμί τους είναι γεμάτο τρίχες. Απίστευτα κακομούτσουνα πλάσματα και απερίγραπτα λιγνά. Τα μαλλιά τους είναι μακριά και λιγδιασμένα έως κάτω. Κι έχουν νύχια γαμψά και σουβλερά, για να γρατζουνίζουν τα πρόσωπα των ανθρώπων και να βλάπτουν, να κάνουν κακό όπου μπορούν. Άπειρα τα ελαττώματά τους. Άλλος Καλλικάντζαρος είναι στραβός, άλλος κουτσός κι άλλος μονόχειρας. Στραβοπόδαροι και στραβομούρηδες.

Λένε πως τους είδαν να περπατούν ολότελα γυμνοί ή ντυμένοι κουρελήδες, με σκούφιες από γουρουνότριχα στο κεφάλι. Φοράνε παπούτσια σιδερένια. Κι αυτά τα ελεεινά δαιμόνια όλο τον χρόνο παλεύουν στα μαύρα σκοτάδια του Άδη, για να καταστρέψουν τον κόσμο.

Με τα τσεκούρια τους πελεκούν το δέντρο που στηρίζει τον πλανήτη μας, πελεκούν ασταμάτητα κι ακούραστα, για να φέρουν τη συμφορά και τη συντέλεια.

Κι όταν σιμώσουν τα Χριστούγεννα, από μια ίνα μονάχα στηρίζεται πια ο κορμός του δέντρου. Εκείνη, όμως, ακριβώς τη μέρα, που έλαμψε το φως της αλήθειας στον κόσμο, τα κακά αυτά δαιμόνια γίνονται πλέον ανίσχυρα και το φθοροποιό έργο τους παύει. Εκείνος που γεννήθηκε, για να αλλάξει τη μορφή του κόσμου, βάζει τέλος στον βέβηλο σκοπό τους.

Τότε, οι Καλλικάντζαροι σκορπίζονται πάνω στη επιφάνεια για δώδεκα μέρες και μοναδικός σκοπός τους είναι να πειράζουν και να βασανίζουν τους θνητούς. Σε αυτό το διάστημα, άλλωστε, ο κορμός του δέντρου που στηρίζει τη Γη ξαναθρέφει, θεριεύει και όλη η προσπάθεια των κακών αυτών δαιμονίων πάει χαμένη, τη συντρίβει ο Χριστός. Η πλάση δεν κινδυνεύει πια.

Το Δωδεκαήμερο, δηλαδή τις δώδεκα μέρες που μεσολαβούν από τα Χριστούγεννα μέχρι και τα Θεοφάνεια, τα Παγανά έχουν εξουσία πάνω στους ανθρώπους. Και μόνο “σαν αγιασθούν τα νερά, θα φύγουν στα όρη, στα βουνά και στ’ άκαρπα τα δέντρα”. Τότε μονάχα θα ξανατρυπώσουν στο σκοτάδι, βαθιά στον Άδη, για να ξανακαταπιαστούν με το έργο της καταστροφής και του ολέθρου.

Σε κάθε τόπο ελληνικό, ελεύθερο κι αλύτρωτο, από την Κύπρο ως τη Θράκη, από την Ήπειρο ως τον Πόντο, άπειρες είναι οι εκδοχές και πολλά τα ονόματα που δίνουν στους Καλλικάντζαρους: Σκαρκάντζαλοι, Πλανήταροι, Παγανά, τα πιο χαρακτηριστικά.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, αφήνοντας τη μαύρη και άραχλη διαμονή τους, “φτάνουν με βαποράκια” ή “μέσα σε καρυδότσουφλα” ή “με βάρκα μαλαματένια” στον επάνω κόσμο. Κι από κει και πέρα, ξεκινούν να παρενοχλούν και να μαγαρίζουν.

Πλανιόνται μέσα στο έρεβος. Τρυπώνουν από τις καμινάδες μες στα σπίτια, χώνονται μες στη στάχτη του τζακιού και καταστρέφουν ό,τι βρουν στο πέρασμά τους. Μπαίνουν κρυφά στους μύλους και γλείφουν το αλεύρι, που τους ξετρελαίνει. Σαλιώνουν, λερώνουν και βρομίζουν κάθε φαγώσιμο που θα συναντήσουν. Αλίμονο στη νοικοκυρά που θα αφήσει αφύλαχτα και ξέσκεπα τα χριστουγεννιάτικα γλυκά της.

Κάποτε, λένε, πως όταν τύχει να απαντήσουν άνθρωπο στον δρόμο μες στη νύχτα, ορμούν καταπάνω του, τον καβαλικεύουν και γαντζωμένοι σφιχτά στα ρούχα του, χορεύουν μαζί του με τη βία, ώσπου να αποκάμει ο δόλιος και να πέσει νεκρός καταγής.

Όλα αυτά τα κάνουν μέχρι να λαλήσει ο τρίτος πετεινός κι ύστερα φεύγουν, γιατί δεν αντέχουν το φως του ήλιου. Τη μέρα τους την περνούν κρυμμένοι στις σκιές, κυρίως μέσα σε λαγούμια και σπηλιές, μαζί με τις Νεράιδες.

Κακά δαιμόνια και σιχαμερά, μα δε λείπουν και οι τρόποι, απίθανοι σε ποικιλία, για να αμυνθούν οι άνθρωποι και να τα πολεμήσουν.

Χαράζουν τον σταυρό στην πόρτα και το λένε “των δαιμόνων το τραύμα”. Κρεμούν πίσω από την εξώπορτα ή μέσα στην καμινάδα το κατωσάγονο ενός χοίρου, που πιστεύουν πως έχει δύναμη αποτρεπτική του κακού. Λιβανίζουν συχνά και κάθε νύχτα, ως τα Φώτα, ενώ οι νοικοκυρές πετούν στη στέγη ξεροτήγανα που τους αρέσουν, για να μην μπουν στο σπιτικό τους.

Επίσης, το βράδυ, στο τζάκι καίνε αλάτι, παλιόρουχα, ξύλο αγριοκερασιάς και άλλων δέντρων, για να μην μπορούν να πλησιάσουν. Οι Καλλικάντζαροι είναι δαιμόνια που τριγυρνούν γύρω από τη φωτιά κι όμως, η φωτιά είναι ο μεγαλύτερος εχθρός τους.

Γι’ αυτό πρέπει, ασταμάτητα, όλο το Δωδεκαήμερο να καίει συνέχεια το τζάκι του σπιτιού, για να κρατιούνται τα δαιμόνια μακριά του.

Οι Σαρακατσάνοι, αυτοί οι ακάματοι νομάδες των βουνών μας, και τις δώδεκα αυτές ημέρες πετάνε από την άσβηστη φωτιά έξω από το κονάκι τους και κάρβουνα αναμμένα, για να μη ζυγώνουν οι Παγάνες, που σκιάζονται και τρέμουν τη φωτιά.

Σε πολλά χωριά, μάλιστα, στη Βόρεια Ελλάδα και στον Πόντο αναφέρουν ότι ανάβουν μεγάλες φωτιές στις κεντρικές πλατείες και μαζεύεται ο κόσμος ολόγυρα, τραγουδάει τα κάλαντα και χτυπάνε τα κουδούνια των ζώων, για να διώχνουν τους Καλλικάντζαρους.

Μα, τι είναι οι Καλλικάντζαροι; Πώς τους έπλασε κατ’ αυτόν τον τρόπο η λαϊκή φαντασία; Από πού ξεκίνησαν οι σχετικές αυτές δοξασίες;

Νικόλαος Πολίτης (03/03/1852 - 12/01/1921)
Νικόλαος Πολίτης (03/03/1852 – 12/01/1921)

Ο μεγάλος θεμελιωτής της Λαογραφίας μας, ο Νικόλαος Πολίτης, τους βρίσκει δημιουργήματα της νεοελληνικής φαντασίας, επηρεασμένης από αρχαίες δοξασίες, που αφετηρία είχαν τις παράξενες μεταμφιέσεις που συνηθίζονταν κατά το Δωδεκαήμερο και που προκαλούσαν τρόμο στους ανθρώπους.

Γεώργιος Μέγας (13/08/1893 - 22/10/1976)
Γεώργιος Μέγας (13/08/1893 – 22/10/1976)

Ο σπουδαίος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διακεκριμένος λαογράφος Γεώργιος Μέγας τόνιζε πως οι Καλλικάντζαροι είναι οι Κήρες, δηλαδή οι ψυχές του Άδη, που όπως πίστευαν οι αρχαίοι Αθηναίοι, τις μέρες που γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, ανέβαιναν από τον κόσμο των νεκρών και τυραννούσαν τους θνητούς, μα κυρίως μόλευαν τις τροφές τους. Έτσι, οι Αθηναίοι συνήθιζαν να αλείφουν με πίσσα τις εξώθυρες των σπιτιών τους, μασούσαν φύλλα από το φυτό ράμνος και περιφρουρούσαν τα ιερά, για να εμποδίσουν “την είσοδο των ψυχών στους ναούς, στα σπίτια και στα σώματά τους”.

Ανάλογη δοξασία απαντούμε και στους Φαρασιώτες της Καππαδοκίας. Τις μέρες αυτές του Δωδεκαημέρου πίστευαν ότι γυρίζουν πίσω οι πεθαμένοι. Τριγυρνούσαν στους δρόμους, έμπαιναν στα σπίτια τους από τις καμινάδες κι ενοχλούσαν τους ζωντανούς με κάθε σκανταλιάρικο τρόπο. Για να γλιτώσουν από τη συμφορά τους, έκαιγαν ολημερίς λιβάνι.

Πάντως, όποια κι αν είναι η πραγματική προέλευση της πίστης στους Καλλικάντζαρους, είναι σίγουρο πως οι αρχαίες αυτές δοξασίες υπερθεματίζουν τη συλλογική συνείδηση της αδιάσπαστης συνέχειάς μας από τους προγόνους μας, πιστοποιώντας την ενότητα και τη διαιώνιση της παμπάλαιης φυλής μας.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ”, στις 25/12/1958…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", στις 25/12/1958
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ”, στις 25/12/1958

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία 5 / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων: 1

Καμία αξιολόγηση ως τώρα...

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments