Τα στοιχειωμένα κάστρα της Ελλάδας – Το Κάστρο της Πάτρας (Μέρος Δ)…

Τα στοιχειωμένα κάστρα της Ελλάδας - Το Κάστρο της Πάτρας (Μέρος Δ)...
Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Και ο αφηγητής εξακολουθούσε να διηγείται την ιστορία της Πατρινέλας, της καλής Μοίρας της Πάτρας, που κατέβαινε απ’ τα νότια τείχη του κάστρου, κάθε φορά που έπρεπε να προειδοποιήσει για κάποια συμφορά.

Την ιστορία την αφηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια στον Χρήστο Αγγελομάτη, τον συγγραφέα και δημοσιογράφο της εφημερίδας «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», που το 1932 είχε γράψει μια σειρά εξαιρετικά ενδιαφερόντων άρθρων, με τίτλο «Τα στοιχειωμένα κάστρα της Ελλάδας».

Χρήστος Αγγελομάτης (1903 - 1979)
Χρήστος Αγγελομάτης (1903 – 1979)

Η Ευγενία, λοιπόν, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της Πατρινέλας, εξακολουθούσε να προχωρεί σαν σκιά ανάμεσα στις δεντροστοιχίες του κήπου. Κι έξαφνα, βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη πόρτα που εμπόδιζε την έξοδο. Χωρίς δισταγμό, άπλωσε το χέρι, την άνοιξε και ψιθύρισε σε κάποιον, ο οποίος προφανώς περίμενε απ’ έξω: «Έλα…»

Δε χρειάστηκε να επαναλάβει την πρόσκλησή της. Ευθύς, μια άλλη σκιά διολίσθησε στον κήπο. «Ας μην μείνουμε εδώ. Πάμε να καθίσουμε στο πεζούλι, πλάι στην Κρήνη των Νυμφών», είπε πάλι η όμορφη κοπέλα.

Βάδισαν για λίγο πλάι-πλάι κι όταν έφτασαν κοντά στην κρήνη, που ονομαζόταν Κρήνη των Νυμφών, διότι το νερό κατέρρεε από ένα σύμπλεγμα αγαλμάτινων νυμφών, κάθισαν στο πεζούλι. Απόλυτη σιγή βασίλευε στο μέρος αυτό του κήπου και μόνο το διαρκές μουρμουρητό των γάργαρων υδάτων διέκοπτε την απέραντη γαλήνη.

Ο άνθρωπος, που μπήκε μες στον κήπο του αρχοντικού την προχωρημένη εκείνη ώρα της νύχτας, πήρε απαλά το χέρι της Ευγενίας κι άρχισε να μιλά τρυφερά, σκυμμένος στον ώμο της. Ήταν ο επιφανής αυτός Στρατηγός του Βυζαντινού Κράτους, ο Θεοφιλίτσης, που για πολλοστή φορά βρισκόταν κρυφά μαζί με την αγαπημένη του στην αυλή του σπιτιού του πατέρα της, του άρχοντα Ιωάννη. Οι δυο τους έμοιαζαν παράφορα ερωτευμένοι.

Μα, σίμωσε η μέρα της αναχώρησης του Στρατηγού πίσω στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον περίμεναν τόσες υποχρεώσεις, τις οποίες είχε αμελήσει για τόσον καιρό, που εξακολουθούσε να μένει στην Πάτρα, για χάρη των όμορφων ματιών της. Είτε επειδή ο Θεοφιλίτσης βαρέθηκε να παίζει τον ρόλο του ερωτευμένου, είτε επειδή η υπηρεσία του όντως τον καλούσε, έφυγε τελικά για το Βυζάντιο, από το οποίο δεν επρόκειτο να επανέλθει, παρά τη φλογερή υπόσχεση που είχε δώσει στην καλόψυχη Ευγενία.

Έτσι, η νεαρή γυναίκα απόμεινε μονάχη της στην πόλη, που τόσο αγαπούσε, να μαραίνεται ολημερίς και μάταια να προσδοκά την επιστροφή του αγαπημένου της. Πέρασαν δύο ολόκληρα χρόνια, κατά τα οποία ο Στρατηγός δεν της έγραψε ούτε ένα γράμμα, ούτε μια λέξη, για να της δείξει πως έστω τη θυμόταν.

Και στο συμπλήρωμα των δύο αυτών ετών, η Ευγενία έγραψε μια επιστολή στον πατέρα της, εξέθετε την απελπισία της και δίχως να ειδοποιήσει κανέναν, μπήκε στο πρώτο πλοίο, που απέπλεε για το Βυζάντιο και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, για να βρει τον εραστή της.

Ο Θεοφιλίτσης, όταν είδε μια μέρα ξαφνικά ενώπιόν του την όμορφη Πατρινιά, την Ευγενία, που μετουσιώθηκε κατόπιν στο καλό στοιχειό της αχαϊκής πρωτεύουσας, συγκινήθηκε και προσπάθησε να κερδίσει και πάλι την εμπιστοσύνη της. Κι αφού το κατόρθωσε, της ανακοίνωσε ότι θα έπρεπε να επιστρέψει πίσω στο σπίτι της, διότι εκείνος θα ετίθετο επικεφαλής μιας εκστρατείας κατά των απίστων. Της υποσχέθηκε, όμως, ότι μόλις επέστρεφε, θα πήγαινε στην Πάτρα να τη συναντήσει και να τη νυμφευθεί.

Η Ευγενία, τελικά, πείστηκε και γύρισε περιχαρής πίσω στο σπιτικό της, όπου, όμως, αδίκως τον περίμενε για δυο χρόνια ακόμη. Και τότε, απελπισμένη, μα ανένδοτη, έλαβε ξανά την απόφαση να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, για να ξεκαθαρίσει την κατάσταση.

Μα, εκείνη τη χρονική περίοδο, ο Θεοφιλίτσης, βοηθούμενος από τον στρατό, είχε καταλάβει το Παλάτιον και χρίσθηκε Αυτοκράτορας. Ευθύς, δε, για να αποδείξει στον λαό την ικανότητά του, εκστράτευσε κατά των απίστων. Έτσι, η Ευγενία δεν τον βρήκε στη θέση του. Χωρίς να χάσει καιρό, μιας και ήταν τολμηρή και αποφασισμένη, ακολούθησε τον δρόμο του στρατού του Θεοφιλίτση, μέχρις ότου, μετά από κοπιαστικό ταξίδι πολλών εβδομάδων, τον συνάντησε επιτέλους στα άγρια και αφιλόξενα υψίπεδα της Αρμενίας.

Ο Θεοφιλίτσης, μόλις την αντίκρισε, εξαγριώθηκε, εξοργίστηκε και δεν τήρησε ούτε τα προσχήματα στους τρόπους. Αφού την πρόσβαλε με τα πικρά του λόγια, την εκδίωξε. Κάλεσε έναν Αξιωματικό και δυο στρατιώτες και τους ανέθεσε να την επιστρέψουν άμεσα πίσω στον τόπο της. Διέταξε να μην την αφήσουν ελεύθερη, παρά μονάχα όταν πατούσε στα χώματα της γενέτειράς της.

Απογοητευμένη, αποκαρδιωμένη, μα συνάμα γελασμένη, ταπεινωμένη και εξυβρισμένη, η Ευγενία επέστρεψε στην πατρίδα της. Το δράμα της έγινε γνωστό στους συμπατριώτες της, που τη συμπόνεσαν ειλικρινώς, διότι την αγαπούσαν όλοι και είχαν βοηθηθεί επανειλημμένως από τις καλοσύνες και τις αγαθοεργίες της.

Ο πατέρας της, ο άρχοντας Ιωάννης, δεν ξεστόμισε τίποτε στην κόρη του. Πολλές φορές, όμως, έκλαιγε πικρά. Την ημέρα, που επέστρεψε στην Πάτρα η Ευγενία, δεν ήταν πια η ίδια. Η ωχρότητα είχε καλύψει τις παρειές της, το βήμα της ήταν ασταθές και το υπερήφανο παράστημά της κάμφθηκε από τον εξευτελισμό και την απρόσμενη συμφορά. Μαράζωνε και έσβηνε η άμοιρη κοπέλα, μέχρι που μια μέρα του καλοκαιριού, το ερωτικό μαράζι και η σκληρή ταπείνωση, που της είχε επιβάλλει ο αγαπημένος της, της σφάλισαν τα μάτια μια και καλή.

Τα πικρά μαντάτα του άδικου θανάτου της Ευγενίας συγκλόνισαν τους Πατρινούς. Όλοι οι συντοπίτες της την έκλαψαν, γιατί όλοι την αγαπούσαν κι αφού την έθαψαν κάτω από το κάστρο, χάραξαν την εικόνα της στην είσοδό του.

Από τότε, το Κάστρο της Πάτρας στοιχειώθηκε από την αδικοχαμένη κόρη, που έγινε το καλό στοιχειό, η καλή μας Μοίρα, η δική μας η Πατρινέλα. Έτσι, κάθε φορά που η πόλη κινδύνευε, εκείνη ξεμαρμάρωνε απ’ το ανάγλυφο του τείχους και σεργιάνιζε τους δρόμους, για να μας προειδοποιήσει για κάθε κακό, για κάθε συμφορά, που ερχόταν να μας πλήξει.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», στις 09/10/1932…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ", στις 09/10/1932
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», στις 09/10/1932

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων:

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Σχολιάστε το άρθρο

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.