Μπέττυ και Μπάρνεη Χιλλ…

Μπέττυ και Μπάρνεη Χιλλ...
Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Μία νύχτα του Σεπτεμβρίου του 1961, το ζεύγος Χιλλ επέστρεφε από ένα ταξίδι στον Καναδά, διασχίζοντας τα Λευκά Όρη με κατεύθυνση το Πόρτσμουθ στο Νιού Χάμσαϊρ.

Κάποια στιγμή, το βλέμμα τους συνέλαβα δύο περίεργα φώτα στον ουρανό, το ένα πάνω από το άλλο, που έμοιαζαν με μεγάλα αστέρια. Ο Μπάρνεη υπέθεσε ότι ήταν κάποιος δορυφόρος και ότι η εντύπωση που τους είχε δημιουργηθεί ότι το αντικείμενο μετακινούνταν, οφειλόταν σε οπτική απάτη που τους την είχε προκαλέσει η ταχύτητα του αυτοκινήτου τους.

Μπέττυ και Μπάρνεη Χιλλ...
Μπέττυ και Μπάρνεη Χιλλ…

Έπειτα από λίγο αντιλήφθηκαν ότι το αντικείμενο, το οποίο το έκρυβαν τα δέντρα κατά μήκος του δρόμου, ξαναεμφανίζεται. Ο Μπάρνεη σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου και άρχισε να το παρατηρεί. Το μυστηριώδες ιπτάμενο αντικείμενο έκανε παράξενους ελιγμούς, σαν ένα είδος «περίεργου χορού».

Ο Μπάρνεη υπέθεσε αρχικά ότι ήταν μάλλον κάποιο εμπορικό αεροπλάνο. Παίρνοντας τα κιάλια του, διέκρινε ότι το αντικείμενο είχε τη μορφή ενός αεριωθουμένου χωρίς φτερά, όπου κατά μήκος του είχε φώτα, που άλλαζαν διαδοχικά χρώμα από κόκκινο σε κίτρινο και από πράσινο σε μπλε.

Καθώς οι Χιλλ διέσχιζαν το Όρος Κάννον, διαπίστωσαν με έκπληξη ότι το ιπτάμενο αντικείμενο τους παρακολουθούσε, κάνοντας ελιγμούς.

Ο Μπάρνεη σταμάτησε το αυτοκίνητο και το αντικείμενο σταμάτησε κι εκείνο, σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων. Τα πολύχρωμα φώτα είχαν σβήσει και ολόκληρο το αντικείμενο είχε γίνει φωτεινό και λευκό, σαν μία γιγαντιαία στρογγυλή πόρτα. Διέγραψε στον ουρανό ένα τόξο και προσγειώθηκε σε ένα ξέφωτο, σε απόσταση εξήντα περίπου μέτρων από το αυτοκίνητο.

Σαν να τον τραβούσε μαγνήτης, ο Μπάρνεη κατευθύνθηκε προς το αντικείμενο. Η Μπέττυ τον παρακολουθούσε έντρομη να εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι. Του φώναξε χωρίς να πάρει απάντηση. Αργότερα, ο Μπάρνεη βεβαίωνε ότι δεν την άκουγε…

Ωστόσο, λίγο αργότερα επέστρεψε. Ξαναμπήκαν στο αυτοκίνητό τους και ξεκίνησαν να φύγουν, αλλά ένας παράξενος παλμός γέμιζε το αυτοκίνητο, μεταδίδοντάς τους ένα ακατανόητο μήνυμα. Εδώ, οι αναμνήσεις του ζευγαριού σταμάτησαν. Έπεσαν και οι δύο σε ένα είδος υπνοβασίας. Τα ρολόγια τους είχαν σταματήσει.

Όταν συνήλθαν, κατά τις τρεις το απόγευμα της επόμενης ημέρας, μία πινακίδα στην άκρη του δρόμου τους έδειχνε ότι βρίσκονταν σε απόσταση δεκαεπτά μιλίων από το Κόνκορντ. Χωρίς να το καταλάβουν, είχαν διανύσει πενήντα χιλιόμετρα.

Ένας φίλος τους, Φυσικός, αναζήτησε με μία πυξίδα, μήπως υπήρχε κάποιου είδους μαγνητισμός στο αυτοκίνητο των Χιλλ. Κατέληξε σε αυτή την υπόθεση από το γεγονός ότι είχαν σταματήσει τα ρολόγια.

Στην λαμαρίνα της καρότσας ανακάλυψαν περίπου δώδεκα λαμπερές και στρογγυλές κηλίδες, σαν να είχαν αφαιρέσει τη σκόνη. Όταν έφτανε δίπλα στις κηλίδες, η βελόνα της πυξίδας γύριζε σαν τρελή, δείχνοντας έντονο μαγνητισμό.

Ύστερα από αυτή την εκπληκτική περιπέτεια, ο Μπάρνεη άρχισε να υποφέρει από διάφορες διαταραχές. Ένας διάσημος ψυχίατρος και νευρολόγος, ο Δρ. Μπέντζαμιν Σάιμον, από τη Βοστόνη, τον εξέτασε και τον υπέβαλλε σε ύπνωση.

Υπνωτισμένος, ο Μπάρνεη άρχισε να διηγείται ό,τι του είχε συμβεί. Περιέγραψε δύο όντα με στρογγυλά κεφάλια, με μάτια πολύ λοξά «σαν των κουνελιών». Τα χείλη τους δεν κινούνταν, αλλά ο ίδιος τους άκουγε από μέσα του. Του έλεγαν ενθαρρυντικά λόγια ή διαταγές. Ήταν βέβαιος πως σκόπευαν να τον χειρουργήσουν, αλλά δεν φοβόταν. Τον ξάπλωσαν και του έβαλαν πάνω στην κοιλιά του ένα αντικείμενο, που του μετέδωσε ένα αίσθημα ψύχους. Ύστερα, όλα μπερδεύτηκαν.

Η αφήγηση της Μπέττυ ήταν μεγαλύτερη και με περισσότερες λεπτομέρειες. Τα όντα την έβγαλαν από το αυτοκίνητο, στο οποίο είχε καταφύγει. Άκουσε μία φωνή με περίεργη προφορά να λέει: «Μη φοβάστε, δεν θα σας κάνουμε κακό».

Όταν έφτασαν στο σημείο που είχε προσγειωθεί το αντικείμενο, την χώρισαν από τον άντρα της. Της εξήγησαν ότι είχαν μόνο ένα από το κάθε εργαλείο και πως γι΄ αυτό έπρεπε να ασχοληθούν ξεχωριστά με τον καθένα τους. Της σήκωσαν το ένα μανίκι της, εξέτασαν το μπράτσο της και ύστερα της το έξυσαν με ένα είδος «χαρτοκόπτη». Όπως είπε, της πήραν ένα «λέπι από δέρμα». Ύστερα, υπέστη άλλες εξετάσεις: στόμα, λαιμό, δόντια, αυτιά, επιδερμίδα. Το ένα από τα όντα πέρασε επάνω από το σώμα της λεπτές βελόνες, συνδεδεμένες σε λεπτά σύρματα. Τη μία από αυτές τις βελόνες την έβαλαν στον ομφαλό της και ένιωσε δυνατό πόνο.

Αφού τελείωσαν τις εξετάσεις, η Μπέττυ ζήτησε να της αφήσουν μία «απόδειξη» της απίστευτης περιπέτειάς της. Της απάντησαν ότι θα τα ξεχνούσε όλα, αλλά της επέτρεψαν να δει ένα βιβλίο «που είχε σελίδες σαν τις δικές μας», αλλά η γραφή του φαινόταν κάθετη.

Την απίστευτη περιπέτεια του ζεύγους Χιλλ έφερε στο φως της δημοσιότητας ο Αμερικανός δημοσιογράφος και συγγραφέας, Τζον Φούλερ, στο βιβλίο του «The Interrupted Journey», που δημοσιεύθηκε το 1966.

Το εξώφυλλο του βιβλίου του Τζον Φούλερ που έκανε γνωστή την ιστορία του ζεύγους Χιλλ...
Το εξώφυλλο του βιβλίου του Τζον Φούλερ που έκανε γνωστή την ιστορία του ζεύγους Χιλλ…

Η είδηση αυτή δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», στις 21/03/1967…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ", στις 21/03/1967
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», στις 21/03/1967

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων:

Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Σχολιάστε το άρθρο

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.