Φρικώδης προφητεία φαντασμάτων στον Βασιλιά Κάρολο ΙΑ’ της Σουηδίας…

Φρικώδης προφητεία φαντασμάτων στον Βασιλιά Κάρολο ΙΑ' της Σουηδίας...
4
(2)

Στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Στοκχόλμης σώζεται ένα παλαιό έγγραφο, ένα πρακτικό επιβεβαίωσης μιας καταπληκτικής οπτασίας, η οποία εμφανίστηκε στα ανάκτορα του Βασιλιά της Σουηδίας Καρόλου ΙΑ’.

Το έγγραφο αυτό υπογράφεται, για την πιστοποίηση της ακρίβειας των γεγονότων, από τον τότε Βασιλιά Κάρολο ΙΑ’, από τον ευνοούμενο Αρχιθαλαμηπόλο του Μέλλερ, από τον βασιλικό ιατρό Μπαουμγκάρτεν και από τον Αυλάρχη Κόμη Μπράχε, οι οποίοι ήταν και οι τέσσερις αυτόπτες μάρτυρες της αλλόκοτης οπτασίας, κατά την οποία εμφανίστηκαν πλήθος φαντασμάτων, δίνοντας μια άγρια προφητεία, που έμελλε να πραγματοποιηθεί με απόλυτη ακρίβεια.

Κάρολος ΙΑ΄ της Σουηδίας (24/11/1655 - 05/04/1697)
Κάρολος ΙΑ΄ της Σουηδίας (24/11/1655 – 05/04/1697)

Ιδού, με λίγα λόγια, η εξιστόρηση των υπερφυσικών γεγονότων, όπως αναφέρονται στο αυθεντικό αυτό έγγραφο.

Μια χειμωνιάτικη βραδιά, ο Βασιλιάς Κάρολος ΙΑ’, ένας από τους δεσποτικότερους ηγεμόνες της Σουηδίας, θερμαινόταν στη φωτιά του τζακιού στον ιδιαίτερο κοιτώνα του. Ένιωθε από νωρίς αδιάθετος. Ο πρόσφατος θάνατος της συζύγου του Βασίλισσας Ουλρίκας-Ελεονώρας, που η σκληρότητα η δική του είχε επιταχύνει το τέλος της δύστυχης γυναίκας, τον είχε καταβάλει εξαιρετικά και τον είχε γεμίσει τύψεις. Δεν είχε όρεξη για ύπνο και έτσι κάλεσε για συντροφιά τους τρεις Αυλικούς που προαναφέρθηκαν.

Βασίλισσα Ουλρίκα-Ελεονώρα (11/09/1656 - 26/07/1693)
Βασίλισσα Ουλρίκα-Ελεονώρα (11/09/1656 – 26/07/1693)

Μολαταύτα, δεν αισθανόταν διάθεση για κουβέντες. Ήταν διαρκώς αφηρημένος, προσήλωνε το βλέμμα του στις φλόγες του τζακιού και η συντροφιά του, σεβόμενη τη σιωπή του, περιοριζόταν να μην τον απασχολεί με συζητήσεις.

Ξαφνικά, κατά τα μεσάνυχτα, ο Βασιλιάς σηκώθηκε και πήγε μέχρι το παράθυρο. Ανοίγοντάς το, ένιωσε κάποια ανακούφιση στον ψυχρό αέρα που τον χτύπησε αναζωογονητικά στο πρόσωπο και επειδή το πυκνό σκοτάδι της νύχτας τον εμπόδιζε να διακρίνει καλά τι γινόταν έξω, ξαναγύρισε ανόρεχτα στη θέση του, ψιθυρίζοντας:

-Δε βλέπω την ώρα να τελειώσουν τα καινούρια ανάκτορα που χτίζω. Αυτά εδώ μυρίζουν μεσαιωνική μούχλα και το Ρίνταρχολμεν ολόγυρά μου είναι πληκτικό. Ενώ είναι τόσο όμορφη η Στοκχόλμη εκεί κάτω!…

Η συντροφιά του επαίνεσε την Στοκχόλμη για να τον καλοκαρδίσει και βρήκε κι αυτή ανιαρή τη μικρή πόλη Ρίνταρχολμεν, στην οποία βρίσκονταν τα παλιά αυτά ανάκτορα. Τη στιγμή εκείνη, όμως, η άτονη και αδιάφορη συζήτηση διακόπηκε απότομα, γιατί από τα τζάμια της πόρτας διέκριναν αίφνης τη μεγάλη αίθουσα των τελετών, στο βάθος του διαδρόμου, να λάμπει από μια μυστηριώδη φωτοχυσία!

Το Ρίνταρχολμεν, σε γκραβούρα εποχής
Το Ρίνταρχολμεν, σε γκραβούρα εποχής

Έκπληκτος ο Αυλάρχης Μπράχε άπλωσε το χέρι του στο σκοινί του κουδουνιού, θέλοντας να καλέσει τον φρουρό και να πληροφορηθεί τι σήμαιναν εκείνα τα ασυνήθιστα φώτα. Τότε, ο Βασιλιάς, κατάχλομος από την ταραχή του, τον εμπόδισε ευθύς και είπε με τρεμάμενη φωνή:

-Αφήστε… Προτιμώ να δω μόνος μου τι συμβαίνει.

Κόμης Μπράχε (18/02/1602 - 12/09/1680)
Κόμης Μπράχε (18/02/1602 – 12/09/1680)

Άρπαξε τον μανδύα του, τυλίχτηκε γοργά σ’ αυτόν και αδιάφορος στις φρόνιμες συμβουλές των ανήσυχων Αυλικών του, προπορεύθηκε στον διάδρομο, ενώ εκείνοι τον ακολουθούσαν με κάποιο φόβο και δισταγμό.

Όταν έφτασαν στην πόρτα της μεγάλης αυτής σάλας, συνάντησαν τον νυχτερινό θυρωρό των ανακτόρων, ο οποίος έτρεχε κι αυτός να δει για ποιο λόγο άραγε άναψαν όλα αυτά τα φώτα, σε μια τόσο ασυνήθιστη νυκτερινή ώρα.

Ο Βασιλιάς, φανερά ανάστατος, άνοιξε την πόρτα της μεγαλοπρεπούς αίθουσας και όρμησαν όλοι μέσα. Το πελώριο δωμάτιο φωτιζόταν εκτυφλωτικά από ένα φως άγνωστης προέλευσης. Οι λυχνίες, τα κεριά και οι λαμπάδες των πολυελαίων ήταν όλα σβηστά. Ο χώρος ήταν παντέρημος. Μαύρα, όμως, πανιά με πένθιμες κορδέλες σκέπαζαν κάθε σπιθαμή των τοίχων.

-Ποιος έντυσε τους τοίχους με μαύρα; ούρλιαξε ο Βασιλιάς Κάρολος στον περίτρομο θυρωρό.

-Μεγαλειότατε, ούτε στο σκευοφυλάκιο των ανακτόρων δεν υπάρχει τόσο άφθονη ποσότητα μαύρων υφασμάτων, αλλά ούτε και κανένας θα τολμούσε να πάρει την πρωτοβουλία και να ταπετσάρει έτσι όλους τους τοίχους… Άλλωστε, αυτή η εργασία θα απαιτούσε μέρες για να ολοκληρωθεί και ασφαλώς, θα βλέπαμε εκείνους που την ανέλαβαν και την έφεραν εις πέρας, τραύλιζε ο θυρωρός.

Δεν πρόλαβε να μιλήσει ο Βασιλιάς κι αμέσως, ένας αλλόκοτος ψίθυρος απλώθηκε στην αίθουσα. Και τότε, σε κάθε πολυθρόνα της και σε κάθε κάθισμά της παρουσιάστηκε απότομα καθισμένο κι από ένα μαυροντυμένο άτομο!

Πλήθος ολόκληρο ήταν τώρα μαζεμένο εκεί μέσα. Κι όλα αυτά τα μαυροντυμένα, χλομά κι αμίλητα φαντάσματα ανήκαν, όπως έδειχναν οι στολές τους, και στις τέσσερις κοινωνικές τάξεις: δηλαδή στους κληρικούς, στους αστούς, στους χωρικούς και στους ευπατρίδες.

Κανένα από αυτά τα αλλόκοσμα φαντάσματα δεν κοίταζε, αλλά ούτε καν πρόσεχε το Βασιλιά και τη σαστισμένη συντροφιά του. Αντίθετα, τα απλανή και νευρικά τους μάτια ήταν προσηλωμένα σε μια ορισμένη θέση της αριστοκρατικής σάλας, όπου μια νέα φρικιαστική σκηνή είχε αρχίσει να διαδραματίζεται, βουβά, σιωπηλά, αθόρυβα.

Σε εκείνη τη συγκεκριμένη θέση της αίθουσας εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά ένας θρόνος, μια έδρα δικαστών κι ένας κορμός δέντρου, σκεπασμένος με μαύρο ύφασμα, από αυτούς που χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη για να ακουμπούν οι μελλοθάνατοι κατάδικοι το κεφάλι τους, πριν πέσει επάνω στον τράχηλό τους το τσεκούρι του δημίου.

Στον μυστηριώδη θρόνο καθόταν ένας απόκοσμος Βασιλιάς με μια ματωμένη πληγή στο στήθος του. Πλάι του στεκόταν όρθιο ένα παιδάκι, με βασιλικό στέμμα στο κεφάλι του, ο διάδοχος δηλαδή του νεκρού ηγεμόνα, που είχε τώρα γίνει εκείνο Βασιλιάς.

Στη δικαστική έδρα κάθονταν πολλοί δικαστές με τον βλοσυρό τους Πρόεδρο στη μέση. Αυτός, αφού σηκώθηκε και μίλησε επί μακρόν, χωρίς ούτε μια λέξη καθαρή να ακούγεται, παρά μονάχα ένας ακαθόριστος υπερφυσικός βόμβος, κάθισε κατόπιν στη θέση του κι έγνεψε σε κάποιον Αξιωματικό, ο οποίος βγήκε αμέσως έξω.

Στη συνέχεια, ξαναπαρουσιάστηκε ο Αξιωματικός αυτός, συνοδεύοντας έναν νεαρό αριστοκράτη αλυσοδεμένο, ο οποίος πλησίασε θαρραλέα στον κορμό του δέντρου, γονάτισε και ακούμπησε το κεφάλι του σ’ αυτόν.

Τότε, ένας γιγαντόσωμος δήμιος ύψωσε το τσεκούρι του, έδωσε ένα τρομερό χτύπημα στον λαιμό του νέου και το καταματωμένο κεφάλι του, κατρακυλώντας απαίσια, έφτασε μπροστά στα πόδια του Βασιλιά Καρόλου του ΙΑ’, βρέχοντάς τα με αίμα.

Ο Κάρολος της Σουηδίας σταυροκοπήθηκε, μαρμαρωμένος από φρίκη, μπροστά στα ανεξήγητα αυτά και σατανικά γεγονότα και οι σύντροφοί του τον μιμήθηκαν. Ύστερα, αφού κατόρθωσε να συγκεντρώσει όλο το θάρρος του, ο Κάρολος ψέλλισε την εξής γνωστή και συνηθισμένη ρήση για τα ξόρκια των δαιμόνων κατά τον Μεσαίωνα:

-Ει εκ του Θεού ει, λάλησον! Ει δε εκ του Ετέρου, άφες ημάς εν ειρήνη!

Τότε, το φάντασμα του Αρχιδικαστή σηκώθηκε και πάλι όρθιο και η φωνή του, κάπως υπόκωφη, σαν να αναδυόταν από τον τάφο, ακούστηκε ολοκάθαρα:

-Βασιλιά Κάρολε ΙΑ’! Το αίμα αυτό που είδες, δε θα τρέξει επί της βασιλείας σου, αλλά μετά από πέντε βασιλείες. Συμφορά, συμφορά στον Οίκο των Βάζα!

Και έξαφνα όλα διαλύθηκαν μονομιάς. Βαθύτατο σκοτάδι απλώθηκε γύρω από τον Βασιλιά και τους συντρόφους του, οι οποίοι έσπευσαν να ανάψουν τα κεριά της αίθουσας. Βλέποντας όλοι τώρα το δωμάτιο στη συνηθισμένη του όψη, επέστρεψαν ανακουφισμένοι στον βασιλικό κοιτώνα.

Εκεί ο Κάρολος ΙΑ’ έγραψε ιδιοχείρως το πρακτικό των υπερφυσικών συμβάντων, το οποίο, για την αυθεντικότητα των εξιστορουμένων, υπέγραψε και ο ίδιος ο Βασιλιάς της Σουηδίας, αλλά και οι υπόλοιποι αυτόπτες μάρτυρες της Αυλής του.

Ας ανατρέξουμε τώρα στην Ιστορία, για να δούμε πώς επιβεβαιώθηκε πράγματι εκείνη η τρομερή προφητεία.

Όντως, πέντε βασιλείες μετά τη διακυβέρνηση του Καρόλου ΙΑ’, βασίλευσε στη Σουηδία ο Γουσταύος Γ’, μέλος του Οίκου των Βάζα, τον οποίο δολοφόνησε ο νεαρός ευπατρίδης και Αξιωματικός Γιάκομπ Γιόχαν Άνκαρστρομ.

Γουσταύος Γ' της Σουηδίας (24/01/1746 - 29/03/1792)
Γουσταύος Γ’ της Σουηδίας (24/01/1746 – 29/03/1792)

Ο βασιλοκτόνος καταδικάστηκε σε θάνατο και αποκεφαλίστηκε μπροστά στη Συνέλευση των Τεσσάρων Τάξεων του κράτους.

Γιάκομπ Γιόχαν Άνκαρστρομ (11/05/1762 - 27/04/1792)
Γιάκομπ Γιόχαν Άνκαρστρομ (11/05/1762 – 27/04/1792)

Το παιδάκι με το στέμμα, το οποίο στεκόταν πλάι στο πτώμα του αιμόφυρτου πατέρα του, σύμφωνα με την τρομακτική οπτασία, ήταν ο ανήλικος τότε γιος και διάδοχος του δολοφονημένου βασιλιά Γουσταύου Γ’. Το αγόρι αυτό, ονόματι Γουσταύος Αδόλφος Δ’, στέφθηκε ο επόμενος βασιλιάς της Σουηδίας.

Γουσταύος Αδόλφος Δ' της Σουηδίας (01/11/1778 - 07/02/1837)
Γουσταύος Αδόλφος Δ’ της Σουηδίας (01/11/1778 – 07/02/1837)

Η φρικώδης προφητεία των φαντασμάτων στον Βασιλιά Κάρολο ΙΑ’ της Σουηδίας, που καταγράφηκε ως αδιάσειστη απόδειξη στο αναφερόμενο έγγραφο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Στοκχόλμης, έγινε ευρέως γνωστή πολύ πριν υλοποιηθούν τα ανατριχιαστικά της γεγονότα.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 02/08/1934…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΜΠΟΥΚΕΤΟ", στις 02/08/1934
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 02/08/1934

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία 4 / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων: 2

Καμία αξιολόγηση ως τώρα...

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments