Οι Νεράιδες της Κρήτης…

Οι Νεράιδες της Κρήτης…
Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Νεράιδες είναι τα αερικά που συχνάζουν εκεί όπου υπάρχουν νερά, δηλαδή στα ποτάμια, στις λίμνες, στα ρυάκια και στις πηγές.

Οι Κρητικοί τις φαντάζονταν σαν γυναίκες ντυμένες στα λευκά, που έβγαιναν τα μεσάνυχτα γύρω από τις βρύσες και τα γυροπόταμα, αλλά και στα σταυροδρόμια. Στα νερά, οι Νεράιδες έπλεναν τα ρούχα τους ή έστηναν τον χορό τους.

Όποιος τις συναντούσε και τύχαινε να μιλήσει, του υφάρπαζαν τη φωνή. Καμιά φορά, τον φυσούσαν στο πρόσωπο και ο δύσμοιρος έχανε τη λογική του. Τότε, ο κόσμος έλεγε πως ο ατυχής «έπαθε από νεροϊδοφύσημα».

Αν, πάλι, ο διαβάτης έπεφτε τυχαία επάνω στον χορό τους, τον έπιαναν οι Νεράιδες, τον έβαζαν κι εκείνον στον χορό τους και άρχιζαν να τον χορεύουν όλη νύχτα, μέχρι που λαλούσε ο μαύρος πετεινός.

Ένας χωρικός, μια φορά, πήγε να πάρει τα μεσάνυχτα νερό από μια βρύση. Σ’ ένα σταυροδρόμι, όμως, είχαν στήσει τον χορό τους οι πανώριες οι Νεράιδες κι έπεσε επάνω τους, δίχως να το καταλάβει. Τον άρπαξαν, λοιπόν, και τον έβαλαν στον χορό. Κατόπιν, τον κερνούσαν να πιει μ’ ένα χρυσό ποτήρι.

Ο πονηρός ο χωρικός όλη τη νύχτα δεν έβγαλε μιλιά. Πήρε, όμως, το χρυσοποίκιλτο το κύπελλο και το έχωσε κρυφά στην τσέπη του. Σαν να άρχισε να φέγγει το πρώτο φως της μέρας και να λαλάει ο πετεινός από το κοντινό χωριό, οι Νεράιδες σταμάτησαν το ξεφάντωμά τους. Μα, μια από αυτές είπε χαρωπά:

«Μη φοβάστε, είναι ο κόκκινος ο πετεινός!»

Τότε, άπλωσαν τα χέρια ξανά και λύγιζαν ρυθμικά τα αέρινα κορμιά τους σε μιαν ωδή που μόνο εκείνες άκουγαν. Και λικνίζονταν… Και λικνίζονταν με μεγάλη χάρη…

Σε λίγο, λάλησε κι άλλος πετεινός, μα τούτη τη φορά ήταν ο μαύρος κι έτσι, οι Νεράιδες πάει, χάθηκαν… Ο χωρικός, όλο χαρά, έβγαλε απ’ την τσέπη του το χρυσό ποτήρι, να το δει, να το χαρεί. Μα, η χαρά του κόπηκε αμέσως. Το χρυσοποίκιλτο κύπελλο είχε μετατραπεί σε… νύχι γαϊδάρου!

Επίσης, στην Κρήτη πίστευαν πως οι Νεράιδες έκλεβαν τα μωρά από τις κούνιες των μανάδων τους, τα έπνιγαν στα ποτάμια και τα επέστρεφαν πνιγμένα στα λίκνα τους.

Μια φορά, μάλιστα, μια μαμή έπλενε ρούχα σ’ έναν ποταμό. Άξαφνα, πετάχτηκε στα πόδια της μια βατραχίνα γκαστρωμένη. Η γριά μαμή σκιάχτηκε και της είπε:

-Άδικο να σου λάχει, που με φόβισες. Να μη γεννήσεις, ώσπου να έρθω να σου πιάσω το παιδί, αθεόφοβη!

Για κακή τύχη της γριάς, όμως, η βατραχίνα ήταν μια καλλίγραμμη και εκθαμβωτική Νεράιδα. Mια βραδιά, λοιπόν, κοντά στα μεσάνυχτα, άκουσε χτύπους στην πόρτα της. Βγήκε έξω και είδε έναν χωρικό μ’ ένα μουλάρι.

-Έλα, κυρα-μαμή, να πιάσεις το κοπέλι, γιατί κοιλοπονάει η ετοιμόγεννη γυναίκα μου, της είπε αυτός.

Καβαλίκεψε στο σαμάρι η γριά μαμή, ανέβηκε κι αυτός πισωκάπουλα, έδωσε μια του μουλαριού κι άρχισε το ζωντανό να πηδάει βουνά και λαγκάδια, ώσπου έφτασαν κάποτε σ’ ένα φαράγγι, κοντά στη ρίζα ενός δέντρου, όπου εκεί πια ξεπέζεψαν.

Η γριά, τρομαγμένη, δεν έβγαζε άχνα. Ο χωρικός χτύπησε τη γη, σκίστηκε αυτή στα δύο και μπήκαν μέσα σ’ ένα όμορφο παλάτι, στρωμένο και στολισμένο με μεταξωτά. Εκεί, σ’ ένα πλούσιο ντιβάνι, μια πεντάμορφη Νεράιδα κοιλοπονούσε, άσπρη σαν το εκτυφλωτικό το φως.

-Αχ, καημένη μαμή, μ’ έσκασες μέχρι να έρθεις. Με έπιασε η κατάρα σου, που μου ‘πες στο ποτάμι: να μη σώσω να γεννήσω μέχρι να φανείς.

Η γριά είχε καταπιεί τη γλώσσα της, δεν είπε λέξη.

Σε λίγο, η Νεράιδα γέννησε μια… κολοκύθα!

Ο σύντροφός της και πατέρας του παιδιού της, που ήταν χαμένος ως την ώρα εκείνη, να και μπήκε άξαφνα, βαστώντας ένα μωρό στην αγκαλιά του. Γρήγορα-γρήγορα το έσφιξε στον λαιμό του, κρατώντας το στοργικά απάνω από το γεννημένο κολοκύθι, ώσπου έσταξαν τρεις σταλαγματιές αίμα από τη μύτη του.

Αμέσως, το κολοκύθι σχίστηκε και πρόβαλε από μέσα ένα Νεραϊδάκι, σαν τα άσπιλα τα χιόνια. Η μαμή, με κατεβασμένο το κεφάλι, περιποιήθηκε την ταλαιπωρημένη λεχώνα κι έπειτα, επέστρεψε στο σπιτικό της.

Την άλλη μέρα, η γριά μαμή έμαθε πως πνίξαν οι Νεράιδες το μωρό μιας ανιψιάς της.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΜΠΟΥΚΕΤΟ», στις 16/01/1930…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΜΠΟΥΚΕΤΟ", στις 16/01/1930
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΜΠΟΥΚΕΤΟ», στις 16/01/1930

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων:

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Σχολιάστε το άρθρο

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.