Το φάντασμα της “Λευκής Κυρίας” του Himmerlkron…

Το φάντασμα της “Λευκής Κυρίας” του Himmerlkron…
Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Το φάντασμα της “Λευκής Κυρίας” του Himmerlkron σέρνει ξοπίσω του, σαν βαριά αλυσίδα, τη δραματική ιστορία μιας ερωτευμένης γυναίκας, που, σαν άλλη Μήδεια, σκότωσε τα παιδιά της, πιστεύοντας πως έτσι θα κέρδιζε την αγάπη του άντρα που ποθούσε. Αν και μετά το ασυγχώρητο έγκλημά της αφοσιώθηκε ψυχή και σώμα στον Θεό, ήταν γραφτό να βρυκολακιάσει και να περιφέρεται αέναα, δίχως αναπαμό, δίχως εξιλέωση, δίχως συγχώρεση, στους τοίχους του βοημικού της πύργου.

Το φάντασμα της “Λευκής Κυρίας” του Himmerlkron…
Το φάντασμα της “Λευκής Κυρίας” του Himmerlkron…

Γύρω στο 1300 περίπου, σε μια απόμερη τοποθεσία της Βοημίας, λοιπόν, ήταν χτισμένος ο βαρύς και μελαγχολικός Πύργος του Himmerlkron. Ο πυργοδεσπότης, ο Κόμης Otto IV της Weimar-Orlamunde, ένας νευρικός και παράξενος γέρος, έμενε σ’ αυτόν τον επιβλητικό πύργο μαζί με τη γυναίκα του, την Κόμισσα Kunigunde Leuchtenberg και τα δύο τους παιδιά.

Αν και ο Κόμης ήταν οξύθυμος, αψύς και ιδιότροπος, η σύζυγός του ήταν πράα, ευγενική και καλόκαρδη. Όλοι την αγαπούσαν για την ομορφιά της όψης της, αλλά κυρίως για την ομορφιά της ψυχής της.

Μια μέρα, λοιπόν, εγκαταστάθηκε σ’ έναν γειτονικό πύργο ο Βουργράβος (γερμανικός τίτλος ευγενείας, ενδιάμεσος βαθμός μεταξύ του κόμη και του βαρόνου) της Νυρεμβέργης, Albrecht. Ο άρχοντας αυτός ήταν τόσο ωραίος, ώστε τον είχαν επονομάσει Ηλιοπρόσωπο. Ένας από τους πρώτους ευγενείς της περιφέρειας, που πήγε να επισκεφτεί ο Albrecht, ήταν και ο πυργοδεσπότης του Himmerlkron.

Η ξεχωριστή ομορφιά της Κόμισσας Kunigunde τον χτύπησε σαν κεραυνός. Από σεβασμό, όμως, προς τον κραταιό σύζυγό της, προσπάθησε να μην εκδηλώσει τον θαυμασμό του στο σαγηνευτικό της πρόσωπο. Φάνηκε, μάλιστα, απρόσιτος, ψυχρός και επιφυλακτικός μαζί της.

Μα, η Κόμισσα τον ερωτεύθηκε τρελά, παράφορα, από την πρώτη στιγμή που τον είδε. Η εμφάνιση του ευειδούς και καλλίμορφου αυτού παλικαριού μέσα στον άχαρο και κρύο πύργο της, στον οποίο μαραίνονταν σιγά-σιγά τα νιάτα της πλάι στον δύστροπο και γέρο σύζυγό της, αναστάτωσε την καρδιά της και την έκανε να νιώσει μια ασυνήθιστη, πρωτόγνωρη ταραχή. Ωστόσο, πάσχισε να μη φανερώσει τα αισθήματά της.

Πριν περάσουν δύο μήνες από την πρώτη τους αυτή συνάντηση, ο Κόμης Otto IV βρέθηκε ένα πρωί νεκρός στο κρεβάτι του. Η Κόμισσα έκλαψε και θρήνησε για τον χαμό του. Μα, όταν της πέρασε η αρχική θλίψη, σκέφτηκε πως ο ξαφνικός θάνατός του ήταν σίγουρα ένα σημάδι του Θεού. Θα μπορούσε τώρα να παντρευτεί τον άντρα που της είχε κλέψει την καρδιά. Ήταν νέα ακόμα και ωραία και τα δυο παιδιά της δε θα εμπόδιζαν την ευτυχία τους.

Η Κόμισσα Kunigunde Leuchtenberg πλάι στον σύζυγό της Κόμη Otto IV της Weimar-Orlamunde
Η Κόμισσα Kunigunde Leuchtenberg πλάι στον σύζυγό της Κόμη Otto IV της Weimar-Orlamunde

Έτσι, η Kunigunde έστειλε μήνυμα στον Albrecht ότι τον αγαπούσε και ότι με μεγάλη χαρά θα γινόταν γυναίκα του. Είχε προσέξει, άλλωστε, την εντύπωση που του είχε κάνει η ομορφιά της και ήταν πεπεισμένη πως ο Βουργράβος θα έτρεχε αμέσως στην αγκαλιά της. Και τον περίμενε στολισμένη, γελαστή και χαρούμενη.

Μα, ο αγγελιαφόρος της γύρισε μόνος του στον Πύργο του Himmerlkron, χωρίς να τον ακολουθεί ο Ηλιοπρόσωπος Albrecht. Ένα θλιβερό προαίσθημα την κατέβαλε. Ο αγγελιαφόρος της ανακοίνωσε:

“Ο Βουργράβος της Νυρεμβέργης έχει πολλές δουλειές και δε θα μπορέσει να έρθει, πυργοδέσποινα. Μου έδωσε, όμως, αυτό το γράμμα για σένα”.

Εκείνη έσπασε την κέρινη σφραγίδα, ξετύλιξε την περγαμηνή και διάβασε την απάντηση του αγαπημένου της, τρέμοντας ολόκληρη από έκδηλη συγκίνηση.

Ο Albrecht την ευχαριστούσε για την τιμή που του έκανε με την πρότασή της, μα την πληροφορούσε, με μεγάλη του λύπη, ότι δεν μπορούσε να γίνει σύζυγός της, καθώς δυο ανυπέρβλητα προβλήματα τους χώριζαν από την ευτυχία.

Η νεαρή Κόμισσα απελπίστηκε και βούλιαξε στο κλάμα. Όμως, ο έρωτάς της, αντί να εξανεμιστεί, φούντωσε ακόμη περισσότερο. Αποφασισμένη να τον κατακτήσει με κάθε τρόπο, άρχισε να συλλογίζεται ποια να ήταν άραγε τα δύο ανυπέρβλητα προβλήματα, που τη χώριζαν από τον λατρευτό της. Τη βρήκε το ξημέρωμα βυθισμένη στους στοχασμούς της, ανήμπορη να βρει λύση στο αίνιγμα τούτο.

Τσακισμένη από μια νύχτα μαρτυρικής αγρυπνίας, αποφάσισε να πάει να ξαπλώσει, να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις της. Τα βήματά της την οδήγησαν μηχανικά στο δωμάτιο όπου κοιμούνταν τα παιδιά της, για να τα φιλήσει πριν πλαγιάσει, όπως συνήθιζε.

Τα δυο ξανθόμαλλα αγγελούδια της ξαπόσταιναν ατάραχα στην αγκαλιά του Μορφέα. Μόλις τα αντίκρισε η μητέρα τους, αντί να σκύψει να τα φιλήσει, τρέκλισε, οπισθοχώρησε, με μάτια πεταγμένα έξω από τις κόγχες. Μια τρομερή κι απάνθρωπη σκέψη τριβέλισε τον νου της: τα δυο παιδιά της ήταν τα εμπόδια που τη χώριζαν από τον αγαπημένο της! Ο Albrecht δεν επιθυμούσε να νυμφευτεί μια γυναίκα που είχε δυο παιδιά από άλλον άντρα! Αν, λοιπόν, ήθελε να ζήσει ευτυχισμένη μαζί του, θα έπρεπε να εξαφανίσει από τη μέση τα δυο αυτά εμπόδια, τα παιδιά της!

Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα με την άγρια σκέψη ότι θα μπορούσε να σκοτώσει τα παιδιά της με τα χέρια της! Ωστόσο, ο φλογερός της έρωτας για τον Βουργράβο της Νυρεμβέργης την είχε τυφλώσει, είχε διαγράψει από την καρδιά της κάθε μητρικό αίσθημα, την είχε μετατρέψει σε μαινάδα!

Δίχως να προλάβει να το καλοσκεφτεί, τράβηξε από τα μαλλιά της μια μακριά μυτερή φουρκέτα και την κάρφωσε στους κροτάφους των παιδιών της, χωρίς τον παραμικρό οίκτο, την παραμικρή μεταμέλεια.

Μια βδομάδα μετά την κηδεία των αθώων αγγέλων, η Κόμισσα Kunigunde ειδοποίησε και πάλι τον Βουργράβο ότι ήταν επιτακτική ανάγκη να τον δει, για να του μιλήσει για μια σοβαρή υπόθεση. Εκείνος κατάλαβε πως ήταν υποχρεωμένος να την επισκεφτεί.

Η Κόμισσα τον υποδέχτηκε στη μεγάλη αίθουσα του Πύργου του Himmerlkron, λαμπροστολισμένη, θαυμάσια, ωραία, εκθαμβωτική, αλλά με μάτια στεφανωμένα με κατάμαυρους κύκλους και με μια αλλόκοτη έξαψη να τη διαπερνά.

Τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε βουβά, μέσα από δαιδαλώδεις αίθουσες και σιωπηλούς διαδρόμους, στο παρεκκλήσι του Πύργου, που χρησίμευε συγχρόνως και για οικογενειακός τάφος. Ο όμορφος Βουργράβος την ακολουθούσε μηχανικά, μαγνητισμένος από το παράξενο φεγγοβόλημα των ματιών της. Τέλος, η Κόμισσα στάθηκε μπροστά στην κάτασπρη ταφόπλακα που σκέπαζε τα πτώματα των άμεμπτων παιδιών της, ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του κατάπληκτου Βουργράβου και του είπε με βραχνή φωνή:

“Εδώ μέσα βρίσκονται πλέον τα δύο εμπόδια που μας χώριζαν! Μπορούμε πια να παντρευτούμε και να ζήσουμε ευτυχισμένοι! Σ’ αγαπώ, Albrecht!”

Μια τρομακτική υποψία διαπέρασε το μυαλό του νεαρού ευγενούς, ψελλίζοντας ξέπνοα:

“Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις… Τα παιδιά σου δεν πέθαναν από φυσικό θάνατο;”

Η Κόμισσα ίσιωσε το κορμί της και ούρλιαξε γοερά:

“Όχι, βέβαια! Κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις: Εγώ τα σκότωσα, με τα χέρια μου, για να ικανοποιήσω την επιθυμία σου και να εξαφανίσω τα δύο ανυπέρβλητα εμπόδια, που δε μας άφηναν να παντρευτούμε!”

Ο Βουργράβος της Νυρεμβέργης πισωπάτησε, τα γόνατά του λύγισαν και άπλωσε το χέρι κάπου να πιαστεί. Μόλις κατόρθωσε να βρει τις δυνάμεις του, της φώναξε αλλόφρων:

“Τι έκανες, τρελή, κακούργα μάνα; Τα δυο εμπόδια ήταν η μνηστή μου και η αγάπη που νιώθω γι’ αυτήν. Κι εσύ, δίχως να ρωτήσεις, πήγες και σκότωσες τα ίδια σου τα σπλάχνα; Καταραμένη να είσαι! Κόλασες, άθελά μου, και τη δική μου την ψυχή! Καταραμένη να είσαι, τρισκατάρατη!”

Και ο Albrecht έφυγε τρέχοντας σαν παρανοϊκός από το παρεκκλήσι, σκεπάζοντας το πρόσωπό του με την άκρη του μανδύα του, να κρύψει τα δάκρυά του. Η Κόμισσα σωριάστηκε αναίσθητη καταγής, μπήγοντας ένα σπαραχτικό ξεφωνητό τρόμου, που έμοιαζε σαν να μην έβγαινε από στήθη ανθρώπου.

Πέρασαν είκοσι ολόκληρα χρόνια από τότε. Μια μέρα, οι καμπάνες του Μοναστηριού του Himmelthron, που ιδρύθηκε από την ίδια την Κόμισσα και πήρε το όνομα Μονή του Ουράνιου Θρόνου, χτυπούσαν πένθιμα. Οι μοναχές συνόδευαν στην τελευταία κατοικία την Ηγουμένη τους, την αδελφή Kunigunde, μια γυναίκα αγία, που πέρασε τα στερνά της χρόνια μόνο με προσευχή και νηστεία, ταγμένη στον Θεό, σαν να ήθελε να εξιλεωθεί για ένα βαρύ της κρίμα. Όμως, ο Θεός δεν μπόρεσε να τη συγχωρέσει, καταπώς φάνηκε, για το φριχτό της έγκλημα.

Η ταφική πλάκα της μοναχής Kunigunde, στη Μονή του Ουράνιου Θρόνου, στο Himmelthron
Η ταφική πλάκα της μοναχής Kunigunde, στη Μονή του Ουράνιου Θρόνου, στο Himmelthron

Και έτσι, το φάντασμα της βρυκολακιασμένης πυργοδέσποινας, το πασίγνωστο φάντασμα της “Λευκής Κυρίας”, εμφανιζόταν από καιρού εις καιρόν στον Πύργο του Himmerlkron, προμηνύοντας πάντοτε την απελπισία και τον θάνατο.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 25/01/1934…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΜΠΟΥΚΕΤΟ", στις 25/01/1934
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 25/01/1934

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων:

Καμία αξιολόγηση ως τώρα...

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

Μοιραστείτε το άρθρο...
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Email this to someone
email

Σχολιάστε το άρθρο

avatar

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.