Το φριχτό στοίχειωμα του συνοικισμού Συγγρού, το 1928 (Μέρος 37ο)…

Το φριχτό στοίχειωμα του συνοικισμού Συγγρού, το 1928 (Μέρος 37ο)…

Ο μπάρμπα-Νικόλας Βλάχος αρνούνταν επίμονα να διανοηθεί πως η Χαρίκλεια, η κόρη του, έγραφε μονάχη της τα μυστηριώδη γράμματα. Είπε, λοιπόν, στους ξένους που τον ρωτούσαν σχετικά:

-Πέρυσι, ανήμερα του Σταυρού, η Χαρίκλεια είπε στη μητέρα της: “Πήγαινε, μάνα, στη ροδακινιά και θα βρεις ένα γράμμα”. Πήγε, λοιπόν, η γυναίκα μου στη ροδακινιά του κήπου μας και ανακάλυψε το γράμμα.

-Μα, πώς κατάλαβε η Χαρίκλεια ότι το γράμμα βρισκόταν στο δέντρο;

-Αυτό δεν μπορούμε να το καταλάβουμε. Από το σπίτι δε φαίνεται το γράμμα και το κορίτσι ούτε το έγραψε ούτε βγήκε από το σπίτι, άρα δεν πήγε κατά κει, ομολόγησε ο πατέρας της Χαρίκλειας.

Παρά τα όσα ανεξήγητα συνέβαιναν στην κοπέλα, ο πατέρας της επέμενε εμφαντικά πως οι εχθροί του είχαν σκαρώσει όλο εκείνο το κακό και πως το παιδί του ήταν εντελώς αμέτοχο.

-Σε παρακαλούμε, μπορούμε να τη συναντήσουμε έστω για λίγο;

-Αδύνατον! Είπα και καταλάβετέ το! Οι εχθροί μου φταίνε για όλα!, ύψωσε τη φωνή του ο μπάρμπα-Νικόλας.

Τότε, επενέβησαν ο παντοπώλης και οι δύο έμποροι από τον Πύργο, για να μεταπείσουν τον πεισματάρη πατέρα.

-Μην επιμένετε, μην επιμένετε, σας είπα. Η πόρτα του σπιτιού μου είναι κλειστή για όλον τον κόσμο. Δεν μπαίνει κανείς! Δεν μπορώ να δεχτώ κανέναν πέρα από τον παπά, για να ρίξει κι αυτός αφορισμό στου εχθρούς μου!

-Δεν υπάρχουν εχθροί, μπάρμπα-Νικόλα. Εσύ δεν έχεις εχθρούς, του είπε στοργικά ο παντοπώλης Κατσιλέρης.

-Έχω! Δε θα σου δώσω αναφορά. Έχω τρία όπλα στο σπιτικό μου. Όποιος διαβεί το κατώφλι μου, θα το πληρώσει ακριβά!, ούρλιαζε ο γηραιός πατέρας, ενώ τα χέρια του έτρεμαν από τα περασμένα χρόνια, αλλά και από έναν ανεξέλεγκτο εκνευρισμό.

Δε χωρούσε καμία αμφιβολία πως ο γέροντας αυτός, όπως και ο γαμπρός του, ο Γαλάνης, είχαν γίνει μανιακοί! Τουλάχιστον, έτσι τους χαρακτήριζαν οι συγχωριανοί τους. Είχαν γίνει μισάνθρωποι και επικίνδυνοι και κανείς, μα κανείς, δεν τολμούσε να τους απευθύνει λέξη.

Αφού μπόρεσαν λίγο να τον ηρεμήσουν, ο γέροντας παραδέχτηκε πως υπήρχαν πολλές στιγμές που η κόρη του έχανε τις αισθήσεις της και έτρεμε σαν το φύλλο της λυγαριάς στην όχθη, στο ποτάμι. Και σωριαζόταν καταγής και τότε ξεστόμιζε τα πιο αλλόκοτα πράγματα… Ένας γιατρός τον συμβούλεψε να την παντρέψει, για να της περάσει το κακό…

Κατά τη διάρκεια των κρίσεων αυτών, η Χαρίκλεια, όπως τους εκμυστηρεύθηκαν διάφοροι στο χωριό, προφήτευε πράγματα τα οποία έβγαιναν αληθινά. Όπως, για παράδειγμα, την πυρκαγιά που είχε κατακάψει το Δικαστικό Μέγαρο του Πύργου έναν χρόνο νωρίτερα και την οποία είχε προφητέψει η κοπέλα έναν μήνα πριν ξεσπάσει η συμφορά.

Η πυρκαγιά αυτή είχε θεωρηθεί από τις Αρχές μυστηριώδης, καθώς δεν μπόρεσαν να εξιχνιάσουν την αιτία της. Πάντως, σε εκείνη τη φωτιά είχαν καεί και όλα τα παράξενα γράμματα που λάμβανε με τρόπο αινιγματικό και ανορθόδοξο η Χαρίκλεια.

Ο πατέρας της είχε φροντίσει να παραδώσει τις επιστολές, προς αναζήτηση του ενόχου, στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πύργου, τον κύριο Κ. Κρητικό. Μα, ο ατυχής Εισαγγελέας είχε πεθάνει μόλις λίγες μέρες πριν καταφτάσουν οι απεσταλμένοι της εφημερίδας στα Γρανιτσαίικα.

Γενικώς, όμως, η Χαρίκλεια πίστευε ότι όλα αυτά τα γράμματα ήταν προορισμένα να χαθούν οπωσδήποτε.

Συνεχίζεται…

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Η ΒΡΑΔΥΝΗ”, στις 19/04/1928…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η ΒΡΑΔΥΝΗ", στις 19/04/1928
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Η ΒΡΑΔΥΝΗ”, στις 19/04/1928
0 0 ψήφοι
Αξιολόγηση άρθρου
guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments