Το φριχτό στοίχειωμα του συνοικισμού Συγγρού, το 1928 (Μέρος 31ο)…

Το φριχτό στοίχειωμα του συνοικισμού Συγγρού, το 1928 (Μέρος 31ο)…

Μια μέρα, λοιπόν, η Χαρίκλεια είχε εξαφανιστεί από τα μάτια των οικείων της. Την αναζητούσαν παντού και τέλος, τη βρήκαν έξω από τα κάγκελα της παλιάς ταράτσας, να αιωρείται στο κενό.

Ο πατέρας της κόντεψε να μείνει από το σοκ. Μαζεύτηκαν και οι υπόλοιποι και απλά τη χάζευαν να ανηφορίζει στον αέρα, με το στόμα τους ανοιχτό, ανήμποροι να αντιδράσουν, απολιθωμένοι.

Εν τέλει, ο πατέρας της κατόρθωσε να ψελλίσει:

-Πώς βρέθηκες εκεί πάνω, κόρη μου;

-Απλά βρέθηκα. Δεν ξέρω πώς…

Ωστόσο, ο άντρας της αδελφής της, ο γαμπρός της ο Γαλάνης, δεν εννοούσε να αποδεχτεί πως όλα τούτα τα αλλόκοτα που συνέβαιναν στη Χαρίκλεια ήταν έργα του Σατανά ή εκφάνσεις ψυχικών φαινομένων. Ήταν βέβαιος πως κάποιος νεαρός άντρας από το χωριό τους την παρενοχλούσε και βάλθηκε, καλά και σώνει, να τον ανακαλύψει και να τον τιμωρήσει παραδειγματικά.

Έτσι, μια νύχτα, η Χαρίκλεια χάθηκε πάλι απρόοπτα από το σπιτικό της αδελφής της. Έψαξαν ολούθε, αλλά στάθηκε αδύνατον να την εντοπίσουν. Ο Γαλάνης, όμως, πήρε το όπλο του, καβαλίκεψε το άλογό του και κίνησε να τη βρει.

Ξάφνου, την είδε μπροστά του. Το άλογό του κάλπαζε ξοπίσω της όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αλλά και πάλι δεν την πρόφτανε. Τότε, την είδε να μπαίνει σε ένα ξωκκλήσι, που απείχε μόλις δύο χιλιόμετρα από το χωριό. Μόλις σίμωσε εκεί ο Γαλάνης, αφίππευσε, πλησίασε τη θύρα της εκκλησίας και έβαλε το αυτί του να αφουγκραστεί. Άκουσε μέσα τη φωνή της Χαρίκλειας, που συνομιλούσε με κάποιον άλλον. Τη φωνή, όμως, του άλλου δεν την άκουσε καθόλου.

Ο Γαλάνης ήταν πλέον πεπεισμένος ότι θα έπιανε στα πράσα τον νέο που την παρενοχλούσε. Περίμενε, λοιπόν, με το χέρι στο όπλο, εκεί μπροστά στην είσοδο, αλλά επειδή εκείνη εξακολουθούσε να μιλά, την κάλεσε επιτακτικώς έξω.

-Χαρίκλεια, με ποιον συνομιλείς; τη ρώτησε.

-Με τη Μαύρα, απάντησε εκείνη ήρεμα.

Ο γαμπρός της έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα στο ξωκκλήσι και δε βρήκε άνθρωπο…

Την επομένη, όμως, οι σκοτεινές σκέψεις της νύχτας διαλύθηκαν από το γλυκό φως της ημέρας, σαν όνειρο φρούδο κι απατηλό. Ο Γαλάνης επανήλθε στις υποψίες του. Αν εκείνος ο άγνωστος πρόλαβε να χαθεί μες στο σκοτάδι; Αν κρύφτηκε κάπου μέσα στην εκκλησία; Άλλη πόρτα να βγει έξω δεν υπήρχε.

Πάντως, ο Γαλάνης ήταν πρόθυμος να πιστέψει οτιδήποτε, εκτός, φυσικά, από το γεγονός ότι υπάρχουν πνεύματα και μυστηριώδη ψυχικά φαινόμενα. Έτσι, προσήλθε στις Αρχές, κατήγγειλε το γεγονός και ζήτησε να του επιτρέψουν να οπλοφορεί, προκειμένου να υπερασπίσει το σπίτι του από τις επιδρομές του ενοχλητικού κι επίμονου ανθρώπου. Και, ναι, του δόθηκε η άδεια της οπλοφορίας.

Συνεχίζεται…

Η είδηση δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Η ΒΡΑΔΥΝΗ”, στις 09/04/1928…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η ΒΡΑΔΥΝΗ", στις 09/04/1928
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Η ΒΡΑΔΥΝΗ”, στις 09/04/1928
0 0 ψήφοι
Αξιολόγηση άρθρου
guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments