Το θανατικό του Πόρου, το 1837…

Το θανατικό του Πόρου, το 1837…
0
(0)

Οι ηλικιωμένοι κάτοικοι του Πόρου, αυτού του νησιωτικού κοσμήματος του Αργοσαρωνικού, συνήθιζαν να λένε άλλοτε: “Στον καιρό του μεγάλου θανατικού…” Με τη φράση τούτη εννοούσαν την τρομερή επιδημία πανούκλας που θέρισε τον τόπο τους κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, με περιστάσεις αληθινά τραγικές.

Το τραγικό θανατικό του Πόρου ξέσπασε, λοιπόν, το 1837. Συγκεκριμένα, στις 19 Μαρτίου έφτασε στο νησί μια μεγάλη σκούνα, που ερχόταν από το Καραγάτς και τη Μεγαλολίμνη του Αγίου Όρους με πλοίαρχο τον Γεώργιο Φάρσα. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ένας ναύτης, ονομαζόμενος Ανδρέας Στέρνιος, είχε πεθάνει ξαφνικά από ακατανόητη ασθένεια. Ο ασυνείδητος πλοίαρχος δήλωσε ότι ο ναύτης του έπεσε τάχα από το κατάρτι και πνίγηκε. Και τη δήλωση αυτή την έκανε με όρκο στον υγειονόμο.

Ύστερα από λίγες μέρες, στις 24 Μαρτίου, ενώ το καράβι ήταν αραγμένο στο λιμάνι του Πόρου, ένας άλλος ναύτης, ο Ιωάννης Κατζαράπης, έπεσε άρρωστος βαριά με τα ίδια συμπτώματα. Ο πλοίαρχος και πάλι ανέφερε ότι ήταν απλώς μεθυσμένος. Στις 5 Απριλίου, ο Κατζαράπης τελικά έχασε τη μάχη με τον θάνατο.

Όλοι τότε ταράχθηκαν και ζητούσαν από τον ιατρό του Ναυστάθμου να λάβει τα μέτρα του. Ο ιατρός αυτός, που εκτελούσε και χρέη υγειονόμου, ήταν Γάλλος, ονόματι Μπερνάρ, αλλά οι Ποριώτες τον αποκαλούσαν “ο μοσιού Μπερναρδής”. Ο Μπερνάρ ήταν άνθρωπος, δυστυχώς, αμαθής, χωρίς καμία απολύτως πείρα κι έτσι, δε δυσκολεύτηκε καθόλου να βεβαιώσει ότι όντως ο ναύτης είχε πεθάνει από το μεθύσι.

Οι απλοϊκοί νησιώτες το πίστεψαν, ξαναβρήκαν το θάρρος τους και άρχισαν, μάλιστα, να επικοινωνούν με το πλήρωμα της σκούνας και να μπαινοβγαίνουν σ’ αυτήν ανεμπόδιστα. Ανάγκη να σημειωθεί ότι και προς αλλήλους, οι νησιώτες επικοινωνούσαν μεταξύ τους ακόμη περισσότερο, γιατί ήταν Μεγάλη Εβδομάδα και συγχρωτίζονταν στις εκκλησίες.

Η επιδημία, λοιπόν, φανέρωσε τα κοφτερά της δόντια. Εξαπλωνόταν ραγδαία, ιδίως από τις 10 Απριλίου κι έπειτα. Εν τούτοις, οι άνθρωποι ήταν παντελώς απροετοίμαστοι και ανυποψίαστοι. Ο “μοσιού Μπερναρδής” βεβαίωνε ότι εκείνοι που πέθαιναν στο μεταξύ, χάνονταν από διάφορες, συνηθισμένες αρρώστιες, κανείς, όμως, από πανούκλα.

Μα, όταν στις 21 Απριλίου έχασε τη ζωή του και ένας από τους καλύτερους νοικοκυραίους του Πόρου, ο Κωνσταντής Φασάφτης, τότε πια το λιμάνι αποκλείστηκε, οι κάτοικοι πανικοβλήθηκαν και άρχισαν να σκορπίζονται όπου μπορούσε ο καθένας.

Ο φόβος τους κορυφώθηκε, όταν στις 24 του μηνός οι κυβερνητικοί ιατροί, Ντουμέν και Τομπακάκης, ανάγκασαν με απανθρωπιά έναν δυστυχισμένο νησιώτη, τον Γ. Τζέλιο, να σύρει μοναχός του ως τον γιαλό το πτώμα της γυναίκας του.

Ένας μέγας φιλάνθρωπος και λόγιος επιστήμων της εποχής, ο ιατρός Πέτρος Ηπίτης, έγραφε σχετικά:

“Σήμερα πέθανε η σύζυγος του Τζέλιου, της οποίας τον άντρα υποχρέωσαν να τη δέσει με μακρύ σχοινί από τον λαιμό και να τη σύρει από τα ύψη του ορεινού και βραχώδους Πόρου έως κάτω, τον αιγιαλό. Το αίμα και ο εγκέφαλος της δύσμοιρης γυναίκας, καθώς το κορμί και το κεφάλι της χτυπούσαν εδώ κι εκεί πάνω στα λιθάρια, είχαν χυθεί τριγύρω και είχαν βάψει κατακόκκινο ένα αιματοκυλισμένο μονοπάτι μέχρι τη θάλασσα.

Το καταξεσχισμένο και καθημαγμένο της σώμα, όταν έφτασε στην ακτή, το παρέλαβε στη λέμβο του ο υπόλοιμος (μόρτης) Νικόλαος Κουκκούλης, για να το παραδώσει προς ταφή”.

Πέτρος Ηπίτης (1795 - 1861)
Πέτρος Ηπίτης (1795 – 1861)

Το παραπάνω τραγικό περιστατικό φανέρωνε τη βαρβαρότητα των δημοσίων Αρχών του Πόρου. Από την αμέλειά τους, άλλωστε, εξαπλώθηκε η επιδημία γοργά και θέρισε τον κόσμο.

Τότε, φόβος και τρόμος κυρίευσε τους δυστυχείς Ποριώτες, που παρακολουθούσαν από μακριά την ανατριχιαστική εκείνη κηδεία. Οι περισσότεροι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και έμεναν κάτω από αντίσκηνα στον Ταρσανά, στον Ναύσταθμο, στα περιβόλια, στον Προφήτη Ηλία, στα Σκέλη, στην Αγία Παρασκευή και αλλού.

Άλλοι προτίμησαν να στήσουν τις πρόχειρες σκηνές τους στο δάσος των πεύκων του Μοναστηριού και άλλοι πέρασαν αντίκρυ στην πελοποννησιακή ακτή του Γαλατά και στην Πλάκα. Άλλοι, πιο φοβισμένοι, πήραν τα βουνά ή χώθηκαν στα σπήλαια της γης, όπου ζούσαν με μύριες στερήσεις, προσευχόμενοι στον Θεό να τους γλιτώσει από το θανατικό. Άλλοι, πάλι, με την πρώτη βάρκα που βρήκαν, πληρώνοντας όσο-όσο τον βαρκάρη, δίνοντας ακόμη και τα χρυσαφικά τους, φεύγανε όσο πιο μακριά μπορούσαν από τον καταραμένο τόπο, που η “μαυροκίτρινη ασθένεια” κόντευε να τον αφανίσει.

Η Διοίκηση του Πόρου, όλους όσοι είχαν αρρωστήσει έως τις 29 Ιουνίου, τους συγκέντρωσε, δίχως ρούχα και έπιπλα, στο νησάκι Σφακτηρία. Εκεί δεν υπήρχε τίποτε, παρά ένα ξεχαρβαλωμένο σπιτάκι που χωρούσε μέχρι 7 αρρώστους το πολύ. Όλοι οι υπόλοιποι, μέρα και νύχτα, έμεναν στην ύπαιθρο, εκτεθειμένοι στα στοιχεία της Φύσης, βλέποντας ανήμποροι εκείνους που ψυχορραγούσαν ή τα πτώματα που βρομούσαν άταφα στον ζεστό καλοκαιρινό ήλιο και περιμένοντας να έρθει ο “νεκραγωγός”, δηλαδή ο νεκροθάφτης.

Αργότερα, η Διοίκηση έστησε δύο ακόμη ξύλινα παραπήγματα στο μικρό αυτό νησάκι του θανάτου. Άρχισαν να μαζεύουν γρηγορότερα τις σορούς των νεκρών, να τις μεταφέρουν στην πελοποννησιακή παραλία Αλυκή και να τις πετούν μέσα σ’ ένα βαθύ βάραθρο, μια φυσική καταβόθρα.

Και ο ιατρός Ηπίτης έγραφε με τη χαρακτηριστική γλώσσα της εποχής:

“Εκεί, στη νοσηρότατη Αλυκή, μέσα στο κατάμεστο από πτώματα βάραθρο με τη χαρακτηριστική δυσοσμία, αναγκάζονταν οι συγγενείς και οι οικείοι να συσσωρεύουν τα άψυχα κορμιά των δικών τους ανθρώπων που είχαν βρει τραγικό τέλος από την πανώλη. Καθ’ εκάστην, κατέφτανε και ο νεκροθάφτης με τη λέμβο του και πετούσε μέσα σε αυτόν τον αυτοσχέδιο “Καιάδα” και τα υπόλοιπα πτώματα από τις γύρω περιοχές”.

Οι τραγωδίες, φυσικά, ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Την Αναστασία, τη σύζυγο του Ι. Δαμιανού Υδραίου, αφού την έδεσαν κι αυτή με σχοινί από τον λαιμό, την έσυραν μέχρι τον γιαλό. Αφού έφτασαν εκεί, έδεσαν την άλλη άκρη του σχοινιού στην πρύμνη μιας βάρκας και την έφεραν έτσι, σέρνοντάς την στα νερά, σαν καταφρονεμένο αντικείμενο, ως την καταβόθρα της Αλυκής. Τούτο το θλιβερό συνέβη μέρα μεσημέρι και η αμφιθεατρική θέση του Πόρου ανάγκασε να παρακολουθήσουν το αβάσταχτο θέαμα ακόμα και εκείνους που δεν ήθελαν να δουν.

Στο νησί του Θανάτου, οι άρρωστοι ήταν πεσμένοι χάμω ή περιφέρονταν άσκοπα στα βράχια, νηστικοί, διψασμένοι, αξιοδάκρυτοι. Γιατί όλοι τους, κατά εκατοντάδες, ανέμεναν από μια μικρή βάρκα να τους φέρει τρόφιμα και νερό. Έτσι τους έβρισκε το τέλος και πέθαιναν σωρηδόν.

Αλλά σαν να μην έφτανε η εξαρχής κακή διάγνωση του “μοσιού Μπερναρδή”, ήρθε στο νησί και ο υπερβολικός ζήλος ενός άλλου Γάλλου ιατρού, ανήξερου και αδαή. Αυτός, συνοδευόμενος πάντοτε από δύο μόρτηδες, αν τύχαινε να δει κάποιον άρρωστο, δίχως να τον καλοεξετάσει, τον έστελνε κι αυτόν στο νησί των πανουκλιασμένων, ακόμα και αν υπέφερε από κάποιο άσχετο νόσημα.

Επομένως, οι Ποριώτες άρχισαν να φοβούνται περισσότερο τους κομπογιαννίτες ιατρούς από την ίδια την πανώλη και να κρύβονται όσο καλύτερα μπορούσαν, για να μην τους μεταφέρουν στην Αλυκή ή στη Σφακτηρία, όπου το τέλος τους θα ήταν βέβαιο και οδυνηρό. Συνεπώς, μετά το πέρας της φρικώδους επιδημίας, έκαναν την εμφάνισή τους πολλοί, που τους θεωρούσαν πεθαμένους.

Ο Υδραίος Δαμιανός, που τον υποχρέωσαν να σύρει με σχοινί την πολυαγαπημένη νεκρή γυναίκα του, δραπέτευσε από το νησάκι, έστησε το λημέρι του σ’ έναν βράχο της απέναντι ακτής και σαλεμένος πια, κρατώντας ένα πελώριο μαχαίρι, φοβέριζε να σφάξει εκείνον που θα τολμούσε να τον πλησιάσει.

Κατά τα τέλη του Ιουνίου, η επιδημία ήταν στην ακμή της. Στις 30 του μηνός, οι αποκλεισμένοι στην Αλυκή και στη Σφακτηρία αγρίεψαν, εξεγέρθηκαν και απειλούσαν να κάνουν έξοδο δια της βίας και να φύγουν, μήπως και έβρισκαν τη σωτηρία.

Οι καταταλαιπωρημένοι άνθρωποι της Αλυκής, που έμοιαζαν με κινούμενα πτώματα, φώναζαν:

“Πεινάμε, διψάμε, πνιγόμαστε από τη δυσωδία των πτωμάτων! Τη μέρα μας αφανίζει ο ήλιος, γιατί δεν έχουμε όλοι μας καλύβες. Τη νύχτα, δεν κοιμόμαστε, γιατί φυλάμε τις οικογένειές μας από τα τσακάλια. Όσοι δεν έχουμε κολλήσει ακόμα πανούκλα, θα κολλήσουμε κι εμείς και θα πεθάνουμε όλοι μας…”

Η κατάσταση ήταν ήδη άθλια, όταν αποφάσισε η Κυβέρνηση να στείλει στον Πόρο τον αξιολογότατο ιατρό Πέτρο Ηπίτη, ο οποίος ήταν Φιλικός και συνεργάτης του Αλέξανδρου Υψηλάντη, και κάποιον χημικό Λάντερερ.

Αμέσως, οι δύο αυτοί καταξιωμένοι επιστήμονες μετέφεραν τους αρρώστους από την Αλυκή στο δασώδες και ευάερο Μοναστήρι, ενώ τους ασθενείς από τη Σφακτηρία τους μετέφεραν στο Φρούριο του Έυδεκ.

Ξεκίνησαν να παρέχουν αμέσως στους ασθενείς την ιατρική τους θεραπεία, να συνιστούν πλύσεις και να εφαρμόζουν αντιμολυσματικές μεθόδους και φυσικά, απομόνωση.

Εν τέλει, στις 10 Ιουλίου, η τρομερή επιδημία της πανούκλας είχε εκλείψει, αφού προηγουμένως είχε προλάβει να θερίσει το πανέμορφο νησί του Αργοσαρωνικού.

Η είδηση δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 24/02/1927…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "ΜΠΟΥΚΕΤΟ", στις 24/02/1927
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “ΜΠΟΥΚΕΤΟ”, στις 24/02/1927

Αξιολογήστε το άρθρο

Επιλογή βαθμολογίας

Μέση βαθμολογία 0 / 5. Βαθμολογία - σύνολο αξιολογήσεων: 0

Καμία αξιολόγηση ως τώρα...

Αν βρίσκετε ενδιαφέρουσα τη θεματολογία μας...

Ακολουθήστε μας στα social media!

guest

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

0 σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments